Σπυρος Δεληγιαννοπουλος - ΒΑΝΕΣΑ: Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΠΕΡΑ ΤΟΥ ΥΣΤΕΡΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ

1.Το ιστορικό της όπερας: οι προσπάθειες αναζήτησης του «κατάλληλου» λιμπρέτου, οι ζυμώσεις και οι πειραματισμοί μέχρι την τελική μορφή του έργου.

Η ιστορία της Βανέσας συνδέεται άρρηκτα με την επί σχεδόν δύο δεκαετίες αναζήτηση του κατάλληλου λιμπρέτου από τον Barber, μέσα από την οποία αποτυπώνεται εύληπτα η αγωνία του να παρουσιάσει ένα έργο άρτιο και συνεπές με τις υφολογικές καταβολές του, οι οποίες κινούνταν στην αισθητική του ύστερου ρομαντισμού. Η αναζήτηση αυτή ξεκινάει το 1934. Σε ένα γράμμα εκείνης της χρονιάς προς το μέντορά του, καθηγητή του στα ανώτερα θεωρητικά, Rosario Scalero (1870 – 1954) ο συνθέτης αναφέρει κατηγορηματικά ότι αισθάνεται σχεδόν ανυπόμονος στο να συνθέσει μια «Αμερικάνικη όπερα». Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1942, ο Barber δέχεται δύο αναθέσεις για σύνθεση όπερας. Η πρώτη προέρχεται από τη Metropolitan Opera. Απαράβατος όρος ήταν το λιμπρέτο να είναι γραμμένο από τον συγγραφέα, ζωγράφο και αρχιτέκτονα Christofer La Farge (1897 – 1956). Ο Barber απέρριψε αυτή την πρόταση, θεωρώντας ότι το λιμπρέτο πάνω στο οποίο θα καλούνταν να δουλέψει δεν είχε τη δύναμη και τη δυνατότητα να τον εμπνεύσει. Ο Serge Koussevitzky, από την άλλη, του ζήτησε να γράψει μια όπερα δωματίου για το φεστιβάλ του Berkshire, χωρίς κανένα περιορισμό στο λιμπρέτο ή την υπόθεση. Εκείνη την εποχή, η ποιήτρια και κριτικός τέχνης Edith Sitwell (1887 – 1964) φέρνει το Barber σε επαφή με το διάσημο Ουαλό ποιητή και συγγραφέα Dylan Thomas. Οι δύο άνδρες συζήτησαν εκτενώς υφολογικές και δομικές παραμέτρους που θα καθόριζαν τη μέθοδο, με την οποία θα μπορούσαν να συνεργαστούν. Το ξέσπασμα, ωστόσο, του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, απομακρύνει τους δύο άντρες και η μεταξύ τους επικοινωνία καθίσταται σχεδόν αδύνατη. Σε ένα γράμμα εκείνης της περιόδου προς τον Koussevitzky o Barber αναφέρει: φεύγω αύριο για να καταταγώ. Δεν έχω ιδέα που θα τοποθετηθώ. Αυτό τον καιρό ήμουν σε επαφή με έναν έξοχο λιμπρετίστα και δουλεύαμε με προοπτική να έχουμε μια όπερα έτοιμη κατά το επόμενο καλοκαίρι αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν είναι πλέον εφικτό. Μετά τον πόλεμο, ο Bruno Walter είχε ενθουσιαστεί τόσο από τη διεύθυνση της Συμφωνίας σε ένα μέρος (opus 9) ώστε ήταν της βούλησης να διευθύνει μια όπερα του Barber, χωρίς καν να δει και να εγκρίνει την παρτιτούρα του έργου από πριν. Την ίδια περίοδο αναθερμαίνεται το ενδιαφέρον του management της Metropolitan Opera για μια ανάθεση στον Barber. Η δημοτικότητα που έχαιραν τα έργα του, σε συνδυασμό με τη συχνότητα που αυτά παιζόταν, έκαναν τους ειδικούς του box office της κλασικής μουσικής να είναι βέβαιοι ότι μια όπερα γραμμένη από το νεαρό και ανερχόμενο συνθέτη θα έχει βέβαιη αποδοχή και επιτυχία.

Η σοπράνο Eleanor Steber (1914 – 1990) του ζητάει εκείνη την περίοδο να γράψει κάτι για φωνή και ορχήστρα. Η απάντηση του συνθέτη είναι: η σύνθεση μιας όπερας θα ήταν το ιδεατό αλλά θα αργήσει ακόμα. Ωστόσο, εργάζομαι πάνω σε ένα λιμπρέτο αυτό τον καιρό. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του συνθέτη με τον εκδότη Hans Heinsheimer, ο Barber συνομιλούσε με το συγγραφέα θεατρικών έργων Thornton Wilder (1897 – 1975) σχετικά με ένα έμμετρο κείμενο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως λιμπρέτο. Κατά διαστήματα ο Barber συνομιλούσε και με τον Άγγλο ποιητή και συγγραφέα Stephen Spender (1909 – 1995) για το ενδεχόμενο να συνεργαστούν πάνω σε μια όπερα, αλλά τελικά δεν προέκυψε κανένα λιμπρέτο από αυτές τις συνομιλίες. Ο Barber χρειάστηκε τελικά δύο δεκαετίες μέχρι να βρει ένα λιμπρέτο, το οποίο θα τον εκφράζει και θα τον ικανοποιεί για τη σύνθεση μιας όπερας. Όταν ρωτήθηκε γιατί άργησε τόσο να γράψει μια όπερα, απάντησε: Αυτά τα χρόνια που ασχολήθηκα με τη σύνθεση, αλλά δεν καταπιάστηκα με το είδος της όπερας, είχα το συγκεκριμένο είδος σύνθεσης συνεχώς στο νου μου. Έτσι, πριν γράψω κάτι σχετικό, ήθελα να εξασκηθώ σε όλα τα παρεμφερή είδη μουσικής σύνθεσης. Ασχολήθηκα με το γράψιμο για ορχήστρα, το γράψιμο για χορωδία, το γράψιμο για μπαλέτο και το γράψιμο για σόλο φωνή και ορχήστρα. Όταν ένοιωσα ότι κατέχω πλέον τον τρόπο γραφής αυτών των ειδών, ήμουν έτοιμος για να γράψω και μία όπερα.

Την άνοιξη του 1952 ο Barber γράφει στο θείο του, μέντορά του και συνθέτη Sidney Homer ένα γράμμα που αποδείχτηκε προφητικό: Θυμάσαι τη συζήτησή μας σχετικά με την καταλληλότητα κάποιου έργου του Τολστόι ως λιμπρέτο για όπερα; Λοιπόν, διάβασα στους Times ότι ο Martinu, ο Τσέχος συνθέτης θα το επιχειρήσει. Να σου πω και τη συνέχεια; Ο Gian Carlo Menotti θα μου γράψει ένα παρόμοιας υφής λιμπρέτο. Θα μου στείλει αποσπάσματα να δω αν μου αρέσουν. Στη συνέχεια θα συζητήσουμε την πλοκή μαζί. Αυτό βέβαια, ίσως δεν είναι και τόσο καλή ιδέα. Σε κάθε περίπτωση η γνώση του για τις ιδιαιτερότητες της σκηνικής μουσικής είναι μοναδική, οπότε –ποιος ξέρει;- ίσως τα καταφέρουμε!Barber και Menotti, άρχισαν να εξετάζουν διάφορα σενάρια μέχρι να καταλήξουν σε μια ιστορία της Isak Dinesen, γνωστής σήμερα για το υπέροχο μυθιστόρημά της Πέρα από την Αφρική, το οποίο έγινε τεράστια κινηματογραφική επιτυχία. Συγκεκριμένα, κατέληξαν σε μια από τις Επτά Γοτθικές Ιστορίες, την πρώτη συλλογή της συγγραφέως που κυκλοφόρησε στην Αμερική, το 1934. Ο Menotti, αναφερόμενος κάποτε στη συγκεκριμένη επιλογή δήλωσε χαρακτηριστικά: Ρωτάτε γιατί επέλεξα ένα τέτοιο θέμα; Γιατί γράφω ένα λιμπρέτο για τον Σάμ (εννοεί το Barber) και ο Σαμ είναι εκ φύσεως μια ρομαντική προσωπικότητα.

Το καλοκαίρι του 1952 έχει οριστικοποιηθεί το λιμπρέτο που θα γραφεί για τη νέα όπερα. Ο Barber φεύγει για διακοπές στην Ευρώπη και γράφει στο θείο του Sidney Homer: Ο Gian Carlo δεν έχει χρόνο για το λιμπρέτο. Θέλει να μείνει στην Αμερική και να περάσει ένα ήσυχο καλοκαίρι. Ελπίζω να έχει κάτι έτοιμο όταν γυρίσω. Στο μεταξύ θα ασχοληθώ με κάποιο άλλο έργο (Πράγματι, ολοκλήρωσε την ενορχήστρωση του μπαλέτου Souvenirs). Το Νοέμβρη του ιδίου έτους δεν υπάρχει καμία πρόοδος στη γραφή του λιμπρέτου. Από την αλληλογραφία Barber και Homer προκύπτει ότι ο Barber σκέφτεται σοβαρά να εγκαταλείψει τη συνεργασία με το Menotti και να ψάξει για ένα άλλο λιμπρέτο. Ακολουθώντας τη συμβουλή του Francis Poulenc, ο οποίος τον παρότρυνε να κάνει υπομονή και να δώσει χρόνο στο λιμπρετίστα του, αρχίζει να συνθέτει ακατάπαυστα μόλις παίρνει στα χέρια του τις πρώτες σελίδες του λιμπρέτου. Περί το τέλος του καλοκαιριού έχει ολοκληρώσει τη μελοποίηση της πρώτης σκηνής και ζητάει από το Menotti ακόμα περισσότερο λιμπρέτο, για να προχωρήσει στην ολοκλήρωση του έργου. Ο Menotti ζητά και άλλη πίστωση χρόνου καθώς η όπερά του The Saint of Bleeker Street ανεβαίνει στη Σκάλα του Μιλάνου. Ο Barber καταλαβαίνει ότι δεν έχει νόημα να τον πιέσει και φεύγει για σύντομες διακοπές στην Ελλάδα και ακολούθως επισκέπτεται Βιέννη και Λονδίνο για το ανέβασμα της καντάτας Prayers of Kierkegaard. Η αποδοχή του ήταν τόσο θερμή που ο Barber σκέφτηκε ότι άνοιγε ο δρόμος για μια εξίσου θερμή υποδοχή της όπερας που έγραφε από το Ευρωπαϊκό κοινό. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του με τον Homer, του προτάθηκε η παγκόσμια πρεμιέρα της Βανέσας να γίνει στο φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ. Επιπλέον, διάφορα άλλα φεστιβάλ όπερας της Ευρώπης είχαν δείξει επίσης ενδιαφέρον για το ανέβασμα της Βανέσας. Τον επόμενο Ιούνιο (1953), Barber και Menotti κάνουν διακοπές μαζί, στο Κάπρι. Στο διπλανό νησί, την Ίσκια, ο William Walton και ο Hans Werner Henze κάνουν επίσης διακοπές και προσκαλούν το Barber να περάσει μερικές μέρες κοντά τους. Την ίδια περίοδο, ο Menotti φεύγει για το Μιλάνο. Η υπομονή του Barber εξαντλείται, περιμένοντας συνεχώς το Menotti, και του θέτει έναν όρο: δεν πρόκειται να γράψει ούτε μια νότα αν δεν ολοκληρωθεί το λιμπρέτο στο σύνολό του. Η τακτική αυτή αποφέρει καρπούς. Μετά την επιστροφή του από το Μιλάνο, ο Menotti περνάει τα πρωινά του γράφοντας ακατάπαυστα το λιμπρέτο.Το χειμώνα του 1956 ο Barber δουλεύει πλέον τη μελοποίηση του ολοκληρωμένου λιμπρέτου ενώ το 1964 ο Barber αναθεώρησε τη Βανέσα, ενδεχομένως παρακινούμενος από τις κριτικές ότι η όπερα εξελίσσονταν σχετικά αργά στην αρχή, σε σχέση με το μέγεθος της πρώτης πράξης, ενώ κάποια εξαιρετικά απαιτητικά μέρη στο ρόλο της Βανέσας έγιναν πιο προσιτά στην εκάστοτε ερμηνεύτρια

Η εξέλιξη τοποθετείται κάπου στο βορρά και η διάρθρωση του έργου έχει ως εξής:

Πράξη πρώτη: Η Βανέσα περιμένει εδώ και είκοσι χρόνια, τη μοναδική της αγάπη, τον Ανατόλ. Στο ίδιο σπίτι με τη Βανέσα μένει και η νεαρή ανιψιά της Έρικα καθώς και η μητέρα της Βανέσας, η σοφή Βαρόνη. Κάποια στιγμή, αντί του Ανατόλ, καταφτάνει ο υιός του, ένας τυχοδιώκτης, ο οποίος υποδύεται τον πατέρα του. Ο πραγματικός Ανατόλ έχει στο μεταξύ έχει πεθάνει.. Η Βανέσα, θεωρώντας ότι ο αγαπητικός της έχει επιστρέψει, τον ρωτάει αν ακόμα την αγαπά. Συγκλονισμένη τελικά ανακαλύπτει ότι ο επισκέπτης δεν είναι ο αγαπητικός της.

Πράξη δεύτερη: Η Έρικα αποκαλύπτει στη Βαρόνη ότι είναι ερωτευμένη με τον «Ανατόλ». Ο τελευταίος της έχει κάνει πρόταση γάμου αλλά εκείνη αρνήθηκε, καθώς αμφιβάλει για την ειλικρίνεια και την τιμιότητά του. Η Βανέσα αποκαλύπτει στην ανιψιά της ότι είναι ερωτευμένη με τον Ανατόλ και δεν δίνει σημασία στην προειδοποίηση της ανιψιάς της ότι δεν πρόκειται για τον ίδιο άντρα που αγαπούσε πριν 20 χρόνια. Η Βαρόνη προειδοποιεί την Έρικα ότι ο Ανατόλ δεν είναι άξιος για να γίνει ο αγαπητικός της.

Πράξη Τρίτη: Στο ρεβεγιόν του καινούργιου χρόνου ο Ανατόλ και η Βανέσα λένε το «σ’αγαπώ» και ο οικογενειακός γιατρός, σε κατάσταση μέθης, αναγγέλλει τους αρραβώνες τους. Η Έρικα ωστόσο περιμένει το παιδί του Ανατόλ. Στην αναγγελία του γεγονότος αποχωρεί για να ρίξει το έμβρυο που κυοφορεί. Η Βανέσα, μη ξέροντας που οφείλεται η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της ανιψιάς της, παντρεύεται τον Ανατόλ. Καθώς το ζεύγος προετοιμάζεται να φύγει για το Παρίσι, συναντώνται και πάλι όλοι οι πρωταγωνιστές μαζί, σε ένα κουιντέτο (to leave, to break, to find, to keep). Στη συνέχεια η Ερικα απαρνείται τα εγκόσμια και κλείνεται στον εαυτό της, τραγουδώντας την περίφημη πλέον άρια “Now it is my turn to wait”.

Σκιαγραφώντας τους χαρακτήρες της όπερας ο Menotti δήλωσε: η αγάπη υπάρχει με τη μορφή συμβιβασμού. Όποιον και αν αγαπάμε, δεν έχει τη μορφή που ονειρευόμασταν. Η Ερικα είναι η παθιασμένη ιδεαλίστρια. Η Βανέσα είναι πιο ανθρώπινη. Ο Ανατόλ είναι γοητευτικός. Προσωπικά έχω πολλούς φίλους σαν και αυτόν. Έχει φαντασία, γοητεία, ακόμα και αν δεν είναι πάρα πολύ δυνατή προσωπικότητα. Το πρόσωπο που έχει πραγματικά πολύ δυνατή προσωπικότητα είναι η Βαρόνη. Αντιπροσωπεύει την καθεστηκυία τάξη της ζωής. Μιλάει μόνο με όσους δέχονται τη ζωή όπως είναι. Βάζει πάνω από όλα την ανθρώπινη αξία. Τον Οκτώβρη του 1956 ο Barber κανόνισε μια συνάντηση με τον Rudolf Bing και τρεις ακόμα εκπροσώπους της Metropolitan Orchestra. Στο δωμάτιο του διευθυντή της όπερας, έπαιξε στο πιάνο και τις τρείς πράξεις που ήταν έτοιμες και τραγούδησε όλες τις άριες και τα φωνητικά μέρη. O Bing, αμέσως μετά, άρχισε να οργανώνει ζητήματα που είχαν να κάνουν με το casting της όπερας. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα που ακολούθησε, ο Barber πέρασε πολλές ώρες στα θεωρεία της Metropolitan Opera ακούγοντας διάφορους τραγουδιστές, κρατώντας σημειώσεις για το ποιοι ενδεχομένως θα ήταν κατάλληλοι για να πλαισιώσουν την όπερά του.Το Μάρτη του 1957 η διεύθυνση της Metropolitan Opera ανακοίνωσε ότι την όπερα του Barber θα διευθύνει η Δημήτρης Μητρόπουλος.Ξεκινώντας την προσπάθεια να καταλήξει στους πρωταγωνιστές της όπεράς του, ο Barber προσκαλεί τη Μαρία Κάλας, στην οποία και παρουσιάζει το μεγαλύτερο μέρος της όπερας στην πρόβα αλλά εκείνη απορρίπτει την πρόταση. Εκτιμήσεις καταλήγουν στο ότι ο σημαντικότερος λόγος ήταν πως ποτέ δεν είχε ερμηνεύσει λιμπρέτο γραμμένο στην Αγγλική γλώσσα. Σύμφωνα με το Barber, ένας άλλος λόγος ήταν ότι αν ερμήνευε το ρόλο της Βανέσας, ενδεχομένως θα έπρεπε να μείνει στη σκιά της πρωταγωνίστριας που θα ερμήνευε την Έρικα, ενός ρόλου σαφώς πιο δραματικού και απαιτητικού.H Sena Jurinac, Γιουγκοσλάβα σοπράνο, που είχε τη φήμη ότι ειδικευόταν στο Μότσαρτ, επιλέχτηκε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αν και τελικά ποτέ δεν τον έπαιξε. Τα Αγγλικά της ήταν τέλεια καθώς είχε ζήσει για πολύ μεγάλο διάστημα στην Αγγλία, όπου συνεργαζόταν με το φεστιβάλ του Glyndebourne. Ο Σουηδός Nicolai Gedda, συμφώνησε να ερμηνεύσει το ρόλο του Ανατόλ. Ο Barber τον είχε ακούσει σε παραστάσεις στο Παρίσι και τον ήθελε πολύ για το συγκεκριμένο ρόλο.

Τον επόμενο μήνα, Απρίλιο του 1957, ο Barber γράφει στο Ρώσο μαέστρο Nikolai Malko (1883-1961): η μουσική έχει τελειώσει, το casting επίσης, και αυτό που μου έμεινε, είναι να γεμίσω μερικές χιλιάδες άδειες σελίδες πενταγράμμου με την ενορχήστρωση της όπερας. Περνώντας το καλοκαίρι του ’57 στη Ρώμη, ο Barber ολοκλήρωσε την ενορχήστρωση της δεύτερης πράξης. Ταυτόχρονα συμπληρώθηκε και το casting της όπερας. Η Rosalind Elias ως mezzo – soprano θα ερμήνευε την Έρικα, η Regina Resnik θα ερμήνευε τη Βαρόνη και ο Giorgio Tozzi τον ιατρό. Ταυτόχρονα ο Barber συμβουλευόταν το Δημήτρη Μητρόπουλο πάνω σε τεχνικά θέματα της ενορχήστρωσης. Ο Μητρόπουλος σε δημοσίευμα της εποχής παρατηρεί: Είναι θαύμα το ότι ένας συνθέτης της σημερινής εποχής έχει το θάρρος να γράψει σε αυτό το στιλ. Δεν πειραματίστηκε καθόλου με διάφορα στιλ αβάντ γκαρντ μουσικής. Από την αρχή, η υφή του ήταν ξεκάθαρη, προσηλωμένη στην υπηρεσία της δραματουργίας του έργου. Επιτέλους, έχουμε μια μεγάλη Αμερικάνικη όπερα!Μέχρι το τέλος του 1957 ο Barber συνέχισε την ενορχήστρωση της όπερας. Στις αρχές του φθινοπώρου άρχισαν οι πρώτες πρόβες στο πιάνο της Metropolitan Opera. Αρχές Νοεμβρίου άρχισαν να στήνονται τα σκηνικά κι έτσι λίγες εβδομάδες αργότερα οι πρωταγωνιστές άρχισαν να κάνουν πρόβα με την προσθήκη των σκηνικών. Στις 23 Δεκεμβρίου έγινε η πρόβα όλης της όπερας στο πιάνο, με τους πρωταγωνιστές να ερμηνεύουν σε πλήρη σκηνική δράση, γνωρίζοντας επακριβώς πότε και από πού μπαίνουν και βγαίνουν στη σκηνή. Κι ενώ όλα δούλευαν ρολόι για την παγκόσμια πρεμιέρα, η πρωταγωνίστρια Sena Jurinac αποσύρεται από την παραγωγή επικαλούμενη λόγους υγείας. Ακολουθεί αναστάτωση και η πρεμιέρα βρίσκεται προ των πυλών της ακύρωσης όταν ο Bing τηλεφωνεί στο Barber και του προτείνει να ανατεθεί ο ρόλος στην Eleanor Steber. Τριάντα χρόνια αργότερα, η Steber αναπολώντας την πρώτη της επαφή με την παρτιτούρα σημειώνει χαρακτηριστικά: Το μέρος της Βανέσας μου ταίριαζε γάντι, λες και είχε γραφεί εξαρχής για μένα. Έμαθε το ρόλο της μέσα σε έξι εβδομάδες. Πιθανότατα, σημαντικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι το στιλ γραφής του Barber της ήταν οικείο αφού είχε τραγουδήσει στα έργα Knoxville και Nuvoletta. Ο Barber ιδιαίτερα ευτυχής τόσο για την τελική επιλογή της πρωταγωνίστριας, όσο και για τον επαγγελματισμό, με τον οποίο αντιμετώπισε το μουσικό του κείμενο, δήλωσε πως το ανέβασμα της Βανέσας κατέληξε σε μια συνάντηση παλιών και γνώριμων φίλων.

2.Η παγκόσμια πρεμιέρα και η υποδοχή της Βανέσας από το Αμερικάνικο κοινό

Η πρεμιέρα της Βανέσας, στις 15 Ιανουαρίου 1958 ήταν ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά γεγονότα της χρονιάς εκείνης για την Αμερική. Η πρώτη παράσταση ήταν sold out πολλές εβδομάδες πριν. Πλήθος celebrities παρέστησαν εκείνο το βράδυ. Μετά το τέλος της παράστασης οι συντελεστές ανέβασαν το Barber στη σκηνή και το κοινό από κάτω παραληρούσε σε ένα ντελίριο ενθουσιασμού. Η New York Journal American στάθηκε αρκετά στην ερμηνεία της Steber, αναγνωρίζοντάς της ότι έμαθε το ρόλο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Ο μουσικοκριτικός Paul Henry Lang έγραψε ότι δυσκολεύεται να πιστέψει πως αυτή είναι μόλις η πρώτη όπερα του συνθέτη. Ο μουσικοκριτικός Winthrop Sargeant, γράφοντας για λογαριασμό του περιοδικού New Yorker Magazine, χαιρετίζει τη Βανέσα ως την καλύτερη και πιο πλήρη όπερα που έχει γραφτεί ποτέ από Αμερικανό συνθέτη για να καταλήξει ότι ο κ. Barber απέδειξε ότι ένας Αμερικανός συνθέτης με επαρκή γνώση και αίσθηση της διεθνούς οπερατικής παράδοσης, που μπορεί να δώσει ένα αριστούργημα του είδους, χρησιμοποιώντας όλα τα φωνητικά και δραματουργικά μέσα που μπορεί να του χορηγήσει μια οπερατική σκηνή σαν τη Metropolitan Opera. Η συνεργασία των Barber και Menotti είχε αποδειχτεί τόσο επιτυχημένη, που συνεργάστηκαν και την επόμενη χρονιά στη μονόπρακτη όπερα δωματίου A Hand of Bridge, όπου και πάλι ο Menotti έγραψε το λιμπρέτο. Ο Menotti ήταν επίσης ο άνθρωπος αυτός που το 1975 αναδιαμόρφωσε το λιμπρέτο του Franco Zefferelli για την άλλη μεγάλη όπερα του Barber Αντώνιος και Κλεοπάτρα, ύστερα από την παταγώδη αποτυχία της, το 1966. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι μέχρι την περίοδο της πρεμιέρας της Βανέσας, η Αμερική είχε ήδη δώσει τις μεγάλες τις όπερες και γενικότερα έργα για φωνητική μουσική και ορχήστρα στους τομείς της τζαζ και του musical, δύο κατεξοχήν Αμερικάνικα ήδη μουσικής δημιουργίας. . Ήδη από το 1922 γράφτηκαν τα δύο έργα του Gershwin 135th Street, Blue Monday για να ακολουθήσει το 1935 η όπερα Porgy and Bess και βέβαια είχαν ήδη παρουσιαστεί τα έργα του Leonard Bernstein On the Town (1944), Wonderful Town (1953) Candide (1956) και βέβαια West Side Story (1957). Είχε, επίσης, ήδη παρουσιαστεί και η όπερα του Aaron Copland The Tender Land (1955) καθώς και οι περισσότερες όπερες του Menotti και του Roger Sessions. Ταυτόχρονα άρχισαν να παρουσιάζονται και οι πρώτες όπερες των πρωτοπόρων της Αμερικάνικης όπερας. Γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι μέσα σε ένα τέτοιο πλουραλιστικό περιβάλλον, μία όπερα της οποίας τα υφολογικά χαρακτηριστικά στη μουσική σύνθεση, την ενορχήστρωση, τη δραματουργία, τη δομή παραπέμπουν στην αισθητική του ύστερου ρομαντισμού, όπως η Βανέσα του Barber, κινδύνευε να αποδοκιμαστεί ή κατ΄ ελάχιστον να περάσει απαρατήρητη. Κάτι τέτοιο δε συνέβη βέβαια και έτσι, μετά την παγκόσμια πρεμιέρα στη Metropolitan Opera άρχισαν οι προετοιμασίες για την Ευρωπαϊκή πρεμιέρα, στο φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ.

3. Η υποδοχή της Βανέσας στην Ευρώπη.

Η ανάδειξη της «διαφορετικότητας» ανάμεσα στις δύο ηπείρους.Το καλοκαίρι του 1958, το ανέβασμα της Βανέσας στο φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ συνοδεύτηκε από κάποιες «πρωτιές»: Η Metropolitan Opera είχε να εκπροσωπηθεί στην Ευρώπη από το 1910, όπου υπήρξε συμμετοχή στην ¨Όπερα του Παρισιού. Η Βανέσα θα ήταν η πρώτη Αμερικάνικη όπερα που θα παρουσιαζόταν στο Ζάλτσμπουργκ και θα ήταν επίσης η πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού, που μία όπερα θα παρουσιαζόταν με αγγλικό λιμπρέτο, στο συγκεκριμένο φεστιβάλ. Επίσης, η όπερα ήταν η Ευρωπαϊκή πρεμιέρα του έργου. Σε σχέση με την Αμερικάνικη πρεμιέρα, υπήρχαν οι εξής αλλαγές: ορχήστρα ήταν η Φιλαρμονική της Βιέννης, ενώ η χορωδία και το μπαλέτο ήταν της Κρατικής Όπερας της Βιέννης. Ωστόσο, κρατήθηκαν και κοινοί συντελεστές όπως τα κουστούμια του Cecil Beaton Ο Rudolf Bing έγραψε ότι η εκτέλεση της Βανέσας στο Ζάλτσμπουργκ θα ήταν πιο ελκυστική για το κοινό, καθώς η απόσταση σκηνής – κοινού ήταν πολύ μικρότερη σε σχέση με τις διαστάσεις της αχανούς Metropolitan Opera.Παρ’ όλο που η Βανέσα στην Ευρωπαϊκή της πρεμιέρα στο Ζάλτσμπουργκ έτυχε θερμής αποδοχής από το κοινό, οι Αυστριακοί κριτικοί έγραψαν ότι αυτό οφείλονταν σε μια συγκυρία, η οποία έφερε στο ακροατήριο πληθώρα τουριστών, μη ειδημόνων, από διάφορες χώρες, κυρίως, δε, Αμερικανών, οι οποίοι χειροκρότησαν το έργο θερμά για πατριωτικούς λόγους. Ο συγγραφέας και συνθέτης Everett Helm υποστήριξε ότι η αντίδραση του Ευρωπαϊκού τύπου απέναντι στη Βανέσα αντικατοπτρίζει τις διαφορές μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης πάνω στο συγκεκριμένο είδος σύνθεσης. Η όπερα δεν κατηγορήθηκε για αυτό που ήταν, αλλά για αυτό που θα όφειλε να είναι και δεν ήταν, στα πλαίσια των αισθητικών αναζητήσεων του Ευρωπαϊκού μοντερνισμού, όπως αυτός είχε αποτυπωθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή μέσα από τις όπερες των Stravinsky, Berg, Shostakovich, Schoenberg, Britten, Prokofiev και πολλών άλλων ακόμα.Το λιμπρέτο δέχτηκε δριμεία κριτική. Στις καλύτερες των περιστάσεων περιγράφηκε σαν «παλιομοδίτικο» ενώ στις χειρότερες των περιστάσεων εισέπραξε εκφράσεις όπως: « αηδιαστικό, θορυβώδες, αρκετό για να κάνει κάποιον να βάλει τα κλάματα».Σε αντίθεση με το λιμπρέτο, η μουσική έτυχε αξιοπρεπούς υποδοχής. Μερικές μόνο εφημερίδες του Ζάλτσμπουργκ έγραψαν ότι η μουσική του Barber ήταν ένας υπερχρωματισμένος Πουτσίνι, με μερικές πινελιές από Βάγκνερ, Στράους, Τσαϊκόφσκι και λίγο από Ντεμπισσί.[1]. Οι περισσότεροι, πάντως, συμφώνησαν ότι η μουσική ήταν καλή. Ο Henri Kralik, στην ανταπόκρισή του για τη Βιεννέζικη Presse, παρ’ όλο που χρεώνει στο Barber ότι έγραψε μια λαϊκή όπερα και όχι μια όπερα για ειδήμονες, του χρεώνει ότι έμεινε συνειδητά στο «ασφαλές» πλαίσιο της «παλαιάς» αρμονίας προκειμένου να δημιουργήσει ευχάριστες μελωδικές γραμμές οι οποίες διέπονται ωστόσο από αξιοπρόσεκτη δεξιοτεχνία και έκφραση. Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ακόμα πως ότι φτιάχνει ο Barber, μπορεί να μην είναι χρυσός, είναι όμως καμωμένο με γούστο και ευρηματικότητα. Ο Hans Hauptmann, γνωστός μπάσος της εποχής, ο οποίος βρήκε το λιμπρέτο του Menotti όχι ιδιαίτερα καλό, σχολίασε για τη μουσική του Barber: Ο Samuel Barber αντιπροσωπεύει σήμερα την Αμερικάνικη μουσική δημιουργία. Είναι ένας μετρ του είδους, που ξέρει να φτιάχνει αριστοτεχνικές σελίδες μουσικής και έχει πρωτότυπες ιδέες. Η μουσική του, πλούσια και με ενδιαφέροντα ακούσματα, είναι κατανοητή στους περισσότερους των ακροατών του. Γράφει όμορφα και πλούσια μελωδικά περάσματα σε μια μεγάλη όπερα, με αποκορύφωμα όσων μπορεί να κάνει, το ευρηματικό κουιντέτο στο φινάλε της όπερας.[2] Γράφτηκε επίσης, ότι η Steber τραγούδησε αναγκαστικά (!) στα Αγγλικά, γιατί δεν είναι χρόνο να μελετήσει μια ενδεχόμενη μετατροπή του λιμπρέτου στη Γερμανική ή την Ιταλική γλώσσα, γεγονός απολύτως αναληθές, αφού, όπως έγραψε σε σχετικό άρθρο η New York Times, στις 24 Αυγούστου 1958 ήταν προσωπική απόφαση του Δημήτρη Μητρόπουλου η Βανέσα να ταξιδέψει για την Ευρωπαϊκή της πρεμιέρα με το αυθεντικό της λιμπρέτο.Η αρνητική αποδοχή της Βανέσας στο Ζάλτσμπουργκ ωστόσο, είχε ουσιαστικά προαναγγελθεί αρκετούς μήνες πριν, όταν κάποια μουσικολογικά έντυπα χαρακτήρισαν «ατυχή» τη συμμετοχή της στο φεστιβάλ. Καθώς πλησίαζε η μέρα της παράστασης, έδωσε λαβή για σχόλια η αναχώρηση του Menotti, (προκειμένου να παρευρεθεί στην πρεμιέρα της όπεράς του Maria Golovin, η οποία παίζονταν στο International Exposition Pavilion Theater στα πλαίσια της διεθνούς Εκθέσεως Expo 58).

4. Συμπεράσματα.

Γιατί (και από ποιους) η Βανέσα θεωρήθηκε η πρώτη μεγάλη Αμερικάνικη όπερα του ύστερου Ρομαντισμού. Η αποτίμησή της και η τοποθέτησή της στο σημερινό μουσικό παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Σήμερα, μισό αιώνα μετά τις δύο πρεμιέρες της Βανέσας σε Αμερική και Ευρώπη, η όπερα έχει καθιερωθεί ως μια εκ των δημοφιλεστέρων της Αμερικάνικης σχετικής εργογραφίας, όπως άλλωστε προκύπτει και τεκμηριώνεται τόσο από τις εκτελέσεις της ανά την υφήλιο, όσο και από τις ηχογραφήσεις της. Η επιτυχία της Βανέσας δεν έγκειται στο ότι ο Barber εξερευνά μια νέα μουσική γλώσσα αλλά στο ότι παρουσιάζει ένα έργο, το οποίο είναι το απαύγασμα της μέχρι τότε υφολογικής και ευρύτερης μουσικής του περιπλάνησης. Η υφή και η πλοκή του λιμπρέτου του δίνει την ευκαιρία να συνθέσει το είδος όπερας που αποκαλείται “grand opera” και το κάνει στη μητρική του γλώσσα, την Αγγλική, απευθυνόμενος, αρχικά, στο Αμερικάνικο κοινό, και έχοντας την τεχνική υποστήριξη του μεγαλύτερου φορέα παραγωγής και εκτέλεσης όπερας στην Αμερική, της Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης. Ήταν το πρώτο μεγάλο έργο, γραμμένο από Αμερικανό συνθέτη, το οποίο ανέβηκε από τη Metropolitan Orchestra μετά από το The Warrior του Bernard Rogers, στις 11 Ιανουαρίου του 1947 .Για τη Βανέσα ο Barber εισέπραξε πληθώρα βραβείων μεγάλου κύρους εντός Αμερικής, τη στιγμή που η Ευρώπη αδιαφορούσε για το ίδιο έργο: η Βανέσα απέφερε στο Barber το βραβείο Pulitzer για το 1958. Το Μάη του ιδίου έτους του απονέμεται το βραβείο Henry Hadley, ένα βραβείο που απένειμε στη μνήμη του συνθέτη και μαέστρου Henry Kimball Hadley (1871 – 1937) η Ένωση Αμερικανών Συνθετών και Μαέστρων (National Association for American Composers and Conductors) σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Το Νοέμβρη του ιδίου έτους, ο Barber εκλέχτηκε μέλος της Αμερικάνικης Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών. Η υποψηφιότητά του στηρίχθηκε από το συνθέτη Douglas Moore, τον ποιητή Archibald MacLeish, το Walter Piston και το συνθέτη και μουσικοκριτικό Deems Taylor.

Η Βανέσα ήταν μόλις η 20ή όπερα, γραμμένη από Αμερικανό συνθέτη, που παρουσιάστηκε από την ίδρυση της Metropolitan Opera (το 1883) γεγονός που καταδεικνύει ότι υπήρχε ένα κενό στις αναθέσεις τέτοιων έργων προς Αμερικανούς συνθέτες. Άλλη μια παράμετρος που χαρακτηρίζει τη Βανέσα ως Αμερικάνικη όπερα είναι βέβαια το ότι η μοίρα της, στις πρώτες σαιζόν, είχε ως κεντρικό άξονα το….δολάριο, σε αντίθεση με τον ανθρωποκεντρισμό που εξακολουθούσε να προτάσσει η Ευρώπη.Μια σειρά δημοσιευμάτων από έγκριτους μουσικοκριτικούς σε έγκυρες στήλες και περιοδικά της Αμερικής αποδεικνύει ότι οι Αμερικάνοι μουσικολόγοι αγκάλιασαν τη Βανέσα σαν ένα δημιούργημα του δικού τους πολιτισμού.Μετά την πρεμιέρα του Ζάλτσμπουργκ ο Thomas Ernst έγραψε: παρά τις Ευρωπαϊκές καταβολές, αυτή η όπερα είναι πραγματικά Αμερικάνικη[3], ενώ ο μουσικοκριτικός Guido Gatti έγραψε στο περιοδικό Rassegna Musicale τα εξής: Σχετικά με το ερώτημα αν έχει δημιουργηθεί Αμερικάνικη όπερα…. Δεν είναι εύκολο να πει κανείς με σιγουριά. Για μισό αιώνα οι Αμερικάνοι μουσικολόγοι και μουσικοί περιμένουν να ανακοινώσουν τη γέννησή της, αλλά όλες οι προσπάθειες, από τον Taylor στον Hanson, από τον Cadman στον Gruenberg, από τον Virgil Thomson στον Antheil, όλες έχουν –άλλες περισσότερο άλλες λιγότερο- επηρεαστεί από τα γνωστά Ευρωπαϊκά στυλ, και ως εκ τούτου απέτυχαν να παράγουν μια Αμερικάνικη όπερα.Η κριτική αυτή είναι αρκετά σημαντική, όχι γιατί προέρχεται από έναν εκ των κορυφαίων μουσικοκριτικών της Ιταλίας εκείνης της εποχής, αλλά γιατί δεν βάζει στην ίδια μοίρα την όπερα του Barber με τις προγενέστερες όπερες των συνθετών που αναφέρει στο κείμενό του, καταλήγοντας έτσι, έστω και με έμμεσο τρόπο στο ότι η Βανέσα είναι η πρώτη μεγάλη Αμερικάνικη όπερα του ύστερου ρομαντισμού.

Σπύρος Δεληγιαννόπουλος, Αύγουστος 2010.

[1] K.P.Ruppel, “Salzburger Plüsch, Europaische Erstauffuhrung von Barbers „Vanessa“ bei den Festspielen“ Süddeutsche Zeitung

[2] Hamburger Abendblatt: “Gastspiel in Salzburg: Europa – Premiere der Oper “Vanessa”, 18 Αυγούστου 1959. Ελεύθερη μετάφραση.

[3] Neue Zeitschrift fur Musik, Oktober 1958, σ. 589 - 91