Σπυρος Δεληγιαννοπουλος - ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΟΙΗΤΗ Δ. ΣΟΛΩΜΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΑΥΣΜΑ ΓΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΗΣ. ΣΚΕΨΕΙΣ, ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ, ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ.

(Το Παρόν κείμενο εγκαινίασε το θεσμό "Επτανησιακές Συναντήσεις" που λαμβάνει χώρα κάθε Αύγουστο στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΙΟΝΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ αρ.1/2011 σ. 47-54 )

Η Σολωμική ποίηση, σαν έργο τέχνης αμιγώς ποιητικό θα μπορούσε να παρομοιαστεί με το γρανίτη. Είναι μεστή και συμπαγής, ατόφια και ξεκάθαρη αντικατοπτρίζοντας πλήρως την Ιστορική Συγκυρία μέσα στην οποία απέκτησε και διαμόρφωσε τα ιδιότυπα αισθητικά χαρακτηριστικά της.

Όταν όμως έρχεται η στιγμή αυτό το «γρανιτένιο» ποιητικό έργο να γίνει αντικείμενο «σμίλευσης» από ένα συνθέτη, παρατηρούμε, ξεκάθαρα πλέον –ύστερα από τόσες απόπειρες μελοποίησης του έργου του Εθνικού Ποιητή που έχουν καταγραφεί τα τελευταία 200 χρόνια- ότι η Σολωμική ποίηση είναι ανέλπιστα εύπλαστη! Αρκεί ο συνθέτης να είναι καλός γνώστης των τεχνικών δυσκολιών που καλείται να συνειδητοποιήσει, να αντιμετωπίσει και να υπερκεράσει. Και αυτές είναι πολλές: Δεν θα σταθώ στο αυτονόητο, στην καλή γνώση του ιστορικού περιβάλλοντος και γίγνεσθαι υπό τη σκέπη του οποίου γράφηκε το έργο το οποίο θα επιχειρήσει να μελοποιήσει, στην προκειμένη περίπτωση το Σολωμικό. Θα μιλήσω λίγο πιο τεχνοκρατικά, περισσότερο ως συνθέτης παρά ως μουσικολόγος: Τη στιγμή που ένας συνθέτης καλείται να δημιουργήσει ένα νέο έργο οφείλει να γνωρίζει με ποιο τρόπο θα περιορίσει στο ελάχιστο την απόκλιση ανάμεσα στην αρχική ιδέα που έχει στο μυαλό του και στο τελικό αποτέλεσμα που θα καταγραφεί στο πεντάγραμμο: πάντα ( ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιούν ορισμένοι όχι και τόσο έμπειροι συνθέτες) υπάρχουν περιθώρια για τεράστια απόκλιση ανάμεσα σε αρχική έμπνευση και τελικό αποτέλεσμα. Και τούτο γιατί το συμβατικό σημειογραφικό σύστημα (το οποίο άρχισε να εγκαταλείπεται μόνο τις τελευταίες δεκαετίες με το αισθητικό ρεύμα του μεταμοντέρνου, την εξεύρεση νέων σημειογραφικών μεθόδων και την όλο και εκτενέστερη χρήση των music softwares στην επεξεργασία του ήχου) είναι ακόμα και σήμερα εξαιρετικά περιοριστικό: πέντε γραμμές, επτά νότες, οπλισμός, ρυθμός, σημεία αλλοίωσης, ρυθμική αγωγή, σε γενικές γραμμές αναπόφευκτοι κανόνες οργάνωσης του φθογγολογικού και ρυθμομελωδικού υλικού, οπότε η ιδέα αναπόφευκτα μπαίνει σε συμβατικά καλούπια, η φαντασία χειραγωγείται, δίνοντας τελικά αποτελέσματα προβλέψιμα και τετριμμένα. Το μεγάλο στοίχημα λοιπόν είναι η «ακουσματική» προσέγγιση του έργου του να μη ζει στη σκιά του εναύσματος για μελοποίηση αλλά να στέκεται ως αυτόνομη καλλιτεχνική δημιουργία. (με τον όρο «ακουσματικό» νοείται το ακουστικό και αισθητικό αποτέλεσμα στη νοηματική αποσύνδεση από την πηγή έμπνευσης η οποία είναι η γενεσιουργός αιτία της σύνθεσης).

Στην ποίηση του Σολωμού λοιπόν, η ιστορία κατέδειξε μέσα από την πληθώρα μελοποιήσεων που έχουν καταγραφεί τους τελευταίους 2 αιώνες, ότι το ίδιο υλικό, το ίδιο ποίημα, μπορεί να δώσει ακουσματικά αποτελέσματα τελείως μεν ετερόκλιτα, τα οποία όμως και το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα του εκάστοτε συνθέτη δεν αλλοιώνουν, και δίνουν έργα «συνεπή» στις ενίοτε επικρατούσες αισθητικές αντιλήψεις στο χώρο της μουσικής σύνθεσης, και πιο συγκεκριμένα στον τομέα της μελοποίησης αλλά το κυριότερο: δεν αλλοιώνουν το ύφος της Σολωμικής ποίησης. Ο Μάνος Χατζιδάκις επανειλημμένα τόνιζε ότι αν ένας συνθέτης θέλει να επιτύχει μια επιτυχημένη μελοποίηση δεν έχει παρά να «αφουγκραστεί» το ίδιο το ποίημα! Οι τονισμοί του, οι συμβολισμοί του και η ένταξή του ενδεχομένως σε ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό ρεύμα είναι οι φάροι και οι πυξίδες που θα δείξουν στο συνθέτη το δρόμο για την επίτευξη μιας μελοποίησης η οποία αφενός δεν είναι απλή αντιστοίχηση συλλαβών με φθόγγων, αφετέρου, κάνοντας ένα βήμα παραπέρα, αποδίδει ένα νέο έργο, όπου ο άξονας δεν είναι πια η ποίηση, ή μόνο η ποίηση αν προτιμάτε, αλλά το επιτυχές πάντρεμα ποίησης και μουσικής.

Αυτό το πάντρεμα ορίζεται ως η τεχνική της μελοποίησης. Η μελοποίηση είναι μια διαδικασία σχεδόν αντίστοιχη με τις διάφορες φάσεις μεταμόρφωσης μιας πέτρας κατά τη δημιουργία ενός γλυπτού. Το υλικό μεταπλάθεται και μορφοποιείται από το συνθέτη στην πορεία του προς τον τελικό του σκοπό. Ο σκοπός αυτός είναι η αποκρυστάλλωση σε μια καθαρή και αναγνωρίσιμη μορφή, η οποία φέρει τη στάμπα του «σμιλευτή», η οποία είναι τα ακουστικά ερεθίσματα, οι μουσικές γνώσεις και εμπειρίες του, οι κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές συνθήκες υπό τις οποίες δρα, με δύο λόγια όλες οι παράμετροι που διαμορφώνουν τις αισθητικές καταβολές και την καλλιτεχνική ταυτότητα ενός συνθέτη. Η μελοποίηση, κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι η κορυφαία πρόκληση για ένα συνθέτη, αφού πρόκειται για παραγωγή «Μέλους» (μελωδίας) που υπηρετεί, στηρίζει και «χρωματίζει» ηχητικά την ποίηση. Ας μην ξεχνάμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη μουσική σαν μια ΕΝΟΤΗΤΑ Λόγου, Μέλους και Κίνησης. Οι αρχαίοι έδιναν μεγάλη σημασία σ’ αυτή τη μορφή της Μουσικής, αφού θεωρούσαν ότι προσδιορίζει τον άνθρωπο ολοκληρωτικά ως ένα ον που σκέπτεται, αισθάνεται και πράττει. Αυτή η συνένωση Λόγου (Ποίησης) και Μέλους (Μουσικής) τι άλλο είναι από το Τραγούδι; Και αν αναλύσουμε ετυμολογικά τη λέξη, θα δούμε ότι είναι μια λέξη πανάρχαια που σημαίνει Ωδή στον Τράγο (Διόνυσο), η λέξη η οποία αποτέλεσε τη μήτρα της Τραγωδίας! Την ίδια αντίληψη για τη Μουσική είχαν και οι Βυζαντινοί που χρησιμοποιούσαν τις ίδιες μουσικές κλίμακες αλλάζοντας το όνομα από «τρόπους» (όπως ονομάζονταν στην Αρχαία Ελλάδα) σε «ήχους». Στη συνέχεια η δημοτική μας μουσική ακολούθησε πιστά την βυζαντινή νοοτροπία και όταν στον 20ο αιώνα σχηματίστηκαν τα αστικά κέντρα, μας ήρθε εξ ανατολών το ρεμπέτικο τραγούδι με τους περίφημους «δρόμους», δηλαδή τις βυζαντινές κλίμακες μέσω διαφόρων ανατολίτικων φίλτρων. Ο επόμενος σημαντικός κρίκος υπήρξαν όσοι συνθέτες στήριξαν το τραγούδι στην Ποίηση των μεγάλων Ελλήνων Ποιητών, και εκεί η κορωνίδα ήταν η ποίηση του Διονυσίου Σολωμού, κάνοντάς το τραγούδι αυτό όχημα για να φτάσει η Ποίηση αυτή στον απλό Λαό. Έτσι, μέσα από αυτούς τους ατέρμονους κύκλους μεταλλαγών μέσα στη γραμμικότητα του χρόνου δημιουργήθηκε το λεγόμενο «Έντεχνο Λαϊκό Τραγούδι».

Βέβαια, πολύ πριν φτάσουμε στο «έντεχνο», οι πρώτοι των πρώτων που κατέφευγαν στην ποίηση, και δη του Διονυσίου Σολωμού, πολύ πριν αποκρυσταλλωθεί στα Ελληνικά Αστικά Κέντρα η προαναφερθείσα κατάσταση, ήταν οι Επτανήσιοι, λόγω βέβαια και των ιδιαίτερων ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών της εποχής.

Ο 20ός αιώνας ήταν απλά ο αιώνας που η Σολωμική ποίηση «έφυγε» από τα χέρια των κατεξοχήν μέχρι εκείνη την περίοδο μελουργών της, των Επτανησίων, και έγινε αντικείμενο σμίλευσης ανά το Πανελλήνιο. Στη χρονική αυτή τομή της ιστορίας της μελοποίησης παρατηρήθηκε το εξής ενδιαφέρον τόσο συνθετικό όσο και μουσικολογικό φαινόμενο. Οι μελοποιήσεις που προέκυψαν από Επτανησίους συνθέτες αποτιμήθηκαν ως πιο «συγγενείς» και οικείες με το πρωτογενές υλικό (τη Σολωμική ποίηση) σε σχέση με αντίστοιχες αξιόλογων συνθετών που δεν είχαν ωστόσο μελετήσει τον Επτανησιακό Πολιτισμό σε βάθος και στο σύνολό του.

Οι συνθέσεις της δεύτερης κατηγορίας μπορεί να πέτυχαν αξιοσημείωτη εμπορική επιτυχία, αλλά δεν άγγιξαν ούτε τους ειδήμονες, επιστήμονες μουσικολόγους, ούτε και τους Επτανησίους λόγιους και μη, όπως καταγράφεται από τη διανομή ανά το πανελλήνιο συγκεκριμένων δισκογραφικών εγχειρημάτων. Είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε για σύμπτωση, αλλά οδεύοντας προς την ολοκλήρωση της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα είναι και πάλι οι Επτανήσιοι Συνθέτες αυτοί που με «όπλα» τις γνώσεις τους πάνω στις νέες τεχνολογίες, τις νέες τεχνοτροπίες και τις νέες αισθητικές, ενίοτε και τη μίξη αυτών των προαναφερόμενων παραμέτρων που έχουν εισαχθεί στην τέχνη της μουσικής σύνθεσης, αποτολμούν, μελοποιούν εκ νέου, και στέλνουν «ακουσματικά» ηχητικά αποτελέσματα σε μουσικές αίθουσες από το Γιοχάνεσμπουργκ ως τη Στοκχόλμη, από τη Νέα Ζηλανδία μέχρι τις Η.Π.Α. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας και τη ρήση του Σοπενχάουερ ότι «Η Μουσική δεν αποτελεί αντίγραφο ενός φαινομένου αλλά άμεσο αντίγραφο της ίδιας της βούλησης» επιτρέψτε μου να εικάσω ότι και στον αιώνα τον οποίο διανύουμε, τον πρώτο λόγο στις επιτυχημένες μελοποιήσεις του έργου του Διονυσίου Σολωμού θα τον έχουν συνθέτες που είτε από βιωματικής άποψης ή λόγω συστηματικών σπουδών θα είναι εξαιρετικοί γνώστες του Επτανησιακού Πολιτισμού στο σύνολό του.

Η εν λόγω ποίηση, αυτή του Διονυσίου Σολωμού αποτελούσε, αποτελεί και θα αποτελεί για πάντα έναυσμα και πρόκληση προς μελοποίηση για κάθε Έλληνα συνθέτη γιατί πάρα πολύ απλά είναι ποίηση η οποία, ενταγμένη στη χρονική συγκυρία της Ελληνικής Επανάστασης, ύμνησε το πλέον διαχρονικό ιδεώδες και ισχυρότερο θεμέλιο του πολιτισμένου κόσμου: αυτό της ελευθερίας. Η ποίησή του είναι μια διαχρονική απόδειξη ότι οι θησαυροί της πολιτιστικής μας παράδοσης είναι ανεξάντλητοι, φτάνει να θέλουμε και να ξέρουμε να τους ανακαλύψουμε και να τους κάνουμε δικούς μας δίνοντας τους κάθε φορά σύγχρονη μορφή και περιεχόμενο, ενίοτε και μέσα από το πάντρεμα των τεχνών, όπως συμβαίνει με τη μελοποίηση. Χωρίς να χάνουμε την επαφή μας με τον κόσμο που μας περιβάλλει, και τις αισθητικές καταβολές του σήμερα, πρέπει να σκύβουμε βαθειά μέσα σε αυτά τα διαχρονικά έργα και να τα μελετάμε λεπτομερώς, εξετάζοντας όλες τις παραμέτρους και τις λεπτομέρειες που ανάγκασαν τον αρχικό δημιουργό να τα δωρίσει στην ανθρωπότητα. Το τελευταίο εμπόδιο για να μεταβληθούν οι λαοί σε έναν ανώνυμο και άβουλο πολτό καταναλωτών είναι η εθνική συνείδηση. Λαός που χάνει την εθνική του συνείδηση, που χάνει τη γλώσσα του, τα ήθη και τα έθιμά του, που χάνει τον πολιτισμό του, τελικά χάνει την ουσία της ύπαρξής του όπως έχει διαμορφωθεί μέσα από τους αιώνες σαν αποτέλεσμα μιας αδιάκοπης προσπάθειας σε όλους τους τομείς της ζωής και της σκέψης. Όσοι λοιπόν δεν καταλαβαίνουν ότι η κορυφαία αισθητική κατάκτηση της μελοποίησης φέρει τη σφραγίδα της Ελληνικότητας και των ιδεωδών του Έθνους, που ξεκινά από τα βάθη των αιώνων, είναι καταδικασμένοι, αν είναι συνθέτες, να συνθέσουν μη επιτυχημένη μελοποίηση, αν είναι ακροατές, να μην κατανοήσουν ποτέ την πραγματική δύναμη και ουσία αυτής της πεμπτουσίας της Τέχνης, η οποία ονομάζεται «Μελοποίηση».

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση, μια πρόβλεψη αν θέλετε, με την ευχή να διαψευστώ ωστόσο. Όσο η ποίηση του Σολωμού θα παραμένει διαχρονικά «προκλητική» για τους Έλληνες συνθέτες, τόσο είναι καταδικασμένη να παραμείνει «άγνωστη» και να μην ενταχθεί στην παγκόσμια εργογραφία της ιστορίας της μουσικής σύνθεσης. Οι μη Έλληνες συνθέτες, οι μη γνωρίζοντες όχι μόνο την Ελληνική γλώσσα άπταιστα, αλλά και την ιδιαιτερότητα της Σολωμικής ποίησης και του γλωσσικού ιδιώματος του Εθνικού μας ποιητή, δεν θα μπορέσουν να μεταλλάξουν σε ήχο και να μελοποιήσουν αυτό το λόγο. Φανταστείτε να ζητηθεί από έναν Έλληνα συνθέτη να μελοποιήσει Χαϊκού κάποιου Ιάπωνα ποιητή-φιλόσοφου στα Ιαπωνικά, χωρίς μάλιστα να τη γνωρίζει, ή έστω να έχει μια απλώς στοιχειώδη γνώση της γλώσσας. Σας διαβεβαιώνω ότι ο συνθέτης αυτός θα βρεθεί πρωτίστως προ αμηχανίας και ακολούθως δεν θα αποτολμήσει το προτεινόμενο διάβημα το οποίο καλλιτεχνικά είναι καταδικασμένο να χαρακτηριστεί και να αποτιμηθεί ως «απονενοημένο».

Θα ήθελα να κλείσω με μια προσωπική σκέψη η οποία εκπορεύεται περισσότερο από την ιδιότητά μου ως συνθέτη παρά ως μουσικολόγου. Βλέπω ότι η Σύγχρονη Ελληνική Δημιουργία στον τομέα της σύνθεσης, έχοντας στραφεί στις νέες τεχνολογίες οι οποίες αναπόφευκτα θα έμπαιναν και στη μουσική, έχει αποκόψει την ελληνική ποίηση από τη διαδικασία της μεταμοντέρνας σύνθεσης και έχει στραφεί κυρίως στα installations και στα μικτά μέσα (π.χ. έργα για συμβατικά όργανα και ηλεκτρονικό υπολογιστή). Ειλικρινά δε βλέπω γιατί μέσα σε αυτή την αναδίπλωση και αναδιατύπωση ιεραρχήσεων και γλωσσικών ιδιωμάτων δεν έχει θέση ως πηγή έμπνευσης η ποίηση και κατ΄ επέκταση η μελοποίηση. Τα νέα μουσικά/συνθετικά γλωσσικά ιδιώματα που ανατέλλουν στις αρχές του 21ού αιώνα (αναφέρομαι πάντα στη χώρα μας) έχουν δείξει ότι αντιμετωπίζονται με μια επιφύλαξη ενίοτε και καχυποψία από το κοινό. Το γεγονός στο οποίο αναφέρομαι τεκμηριώνεται πολύ απλά από τις απελπιστικά άδειες αίθουσες σχεδόν κάθε φορά που γίνεται παγκόσμια πρώτη ενός νέου έργου κάποιου αναγνωρισμένου Έλληνα συνθέτη. Δε θα δεχτώ σα δικαιολογία τη θεωρία «των αδαών» γιατί αυτή έχει ανατραπεί με αδιάσειστα επιχειρήματα εδώ και αιώνες. Η μόνη δικαιολογία που στέκει είναι ότι ο Σύγχρονος Έλληνας Συνθέτης, ακολουθώντας τις αισθητικές καταβολές της παγκοσμιοποίησης, (και έχοντας μείνει ήδη πάρα πολύ πίσω σε σχέση με τους υπόλοιπους συνοδοιπόρους του ανά τον κόσμο), η οποία και αυτή με τη σειρά της επηρέασε την καλλιτεχνική δημιουργία, έχει αποκοπεί από τη ζωογόνο ρίζα του που δεν είναι άλλη από την προαναφερόμενη Ελληνικότητα, όπως αυτή έχει αποτυπωθεί μέσα από την Ελληνική Ποίηση. Για να καλύψει λοιπόν το χαμένο έδαφος ο Έλληνας Συνθέτης και να μπορούμε να ομιλούμε για Σύγχρονη Ελληνική Λόγια μουσική δημιουργία θα πρέπει να ξανα-εντάξει στα πλάνα του την τέχνη της μελοποίησης προστρέχοντας και πάλι στην Ελληνική Ποίηση, αυτή που τον έκανε μεγάλο και αυτή που του έδωσε έναν αιώνα πριν την παγκόσμια αναγνωρισιμότητα, σε επίπεδο ακουσματικού – ηχητικού αποτελέσματος. Και μια τέτοια ποίηση, ίσως και η πιο ενδεδειγμένη, να είναι η Σολωμική.

Σπύρος Δεληγιαννόπουλος, Αύγουστος 2008.