Σπυρος Δεληγιαννοπουλος - Ρ.Σουμαν: Το...παρεξηγημενο κοντσερτο για βιολι

(Το κείμενο αποτελεί παραγγελία του Ο.Μ.Μ.Α. για το 'Φεστιβάλ Σούμαν 2007'. Το παρόν αποτελεί συντμημένη μορφή του αυθεντικού.)

Τα κοντσέρτα για βιολί κατέχουν μια περίοπτη θέση στη μουσική φιλολογία και στην ιστορία της σύνθεσης γενικότερα. Ως προς τις στατιστικές προτιμήσεις, τόσο από την μεριά των εκτελεστών όσο και από τη μεριά των ακροατών, τα κοντσέρτα αυτά μπορούν να χωριστούν ξεκάθαρα σε δύο κατηγορίες: Σε αυτά που από την πρώτη τους εκτέλεση, την πρεμιέρα, κέρδισαν κοινό και κριτικούς και από τότε παίζονται μέχρι σήμερα αδιάλειπτα σε όλες τις σημαντικές αίθουσες συναυλιών του κόσμου και από την άλλη, σε αυτά που έτυχαν μιας χλιαρής αποδοχής στην πρεμιέρα και ύστερα ξεχάστηκαν ή χάθηκαν και στη συνέχεια ανασύρθηκαν από την αφάνεια για να τα κατατάξει τελικά η ιστορία στη θέση που τους αρμόζει. Από την πρώτη κατηγορία ενδεικτικά αξίζουν μνείας τα κοντσέρτα των Βιβάλντι, Μπαχ, Μότσαρτ, Μπετόβεν, Μέντελσον, Μπραμς, Σιμπέλιους, Τσαϊκόφσκι, Μπέργκ, Μπάρτοκ, Μπρούχ, Σοστακόβιτς, Προκόφιεφ, Λουτοσλάβσκι, Λίγκετι, Ούνσουκ-Τσίν, Τσοντάκη και από τη δεύτερη τα αντίστοιχα έργα των Χάυδν, Ντβόρζακ, Γκλαζούνωφ, Καμπαλέφσκι, Μπάρμπερ, Άνταμς, Πεντερέτσκι, Σνίτκε και Σκαλκώτα.

Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει χωρίς αμφιβολία και το «παρεξηγημένο» κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε ρε ελάσσονα του Ρόμπερτ Σούμαν. Γραμμένο σε χρόνο ρεκόρ, μόνο μέσα σε 22 μέρες, μεταξύ 11 Σεπτεμβρίου και 3 Οκτωβρίου 1853, το έργο αυτό είναι το αποτέλεσμα της τελευταίας περιόδου πνευματικής διαύγειας του συνθέτη, καθώς λίγο καιρό αργότερα το μανιο-καταθλιπτικό σύνδρομο από το οποίο έπασχε εκδηλώθηκε σε πλήρη έξαρση, έκανε απόπειρα αυτοκτονίας βουτώντας στο Ρήνο και στη συνέχεια κλείστηκε σε άσυλο παραμένοντας έγκλειστος για δύο χρόνια όπου και τελικά πέθανε στις 26 Ιουλίου 1856.

Το κοντσέρτο για βιολί αφιερώθηκε στο διάσημο βιολιστή της εποχής και μετέπειτα στενό φίλο του Μπράμς, Γιόζεφ Γιόαχιμ, στέλνοντάς του μάλιστα το ίδιο το χειρόγραφο ο Σούμαν, χωρίς να κρατήσει ένα αντίγραφο για τον εαυτό του. Προς μεγάλη απογοήτευση του συνθέτη, ο Γιόαχιμ αρνήθηκε να παίξει το κοντσέρτο, καθώς ισχυρίστηκε ότι ήταν κατώτερο των προσδοκιών που ανέμενε από το Σούμαν και ων ο κάτοχος του χειρογράφου δεν προχώρησε ούτε καν σε έκδοση του έργου. Ο θάνατος του Σούμαν λόγω της ψυχικής νόσου, έκανε το Γιόαχιμ να πιστεύει, κυριευμένος από προκατάληψη, ότι το κοντσέρτο για βιολί του αποθανόντος συνθέτη ήταν το έργο ενός παρανοϊκού ανθρώπου, ένα έργο γεμάτο αντιφάσεις, αδικαιολόγητα και ανεξήγητα ξεσπάσματα. Αυτή την άποψη πέρασε και σαν «ειδικός» στην χήρα του συνθέτη, Κλάρα, και στο στενό του φίλο Μπράμς, με αποτέλεσμα να τους πείσει να μην το συμπεριλάβουν στην πρώτη έκδοση των Απάντων του εκλιπόντος, την οποία επιμελήθηκαν οι δύο τελευταίοι.

Έτσι, μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα το κοντσέρτο έμεινε άγνωστο στην παγκόσμια μουσική κοινότητα. Καθώς όμως ο χρόνος και η νομοτέλεια κάποια στιγμή αποκαθιστούν την τάξη σε κάθε αδικία, έτσι η μοίρα έφερε την ίδια την εγγονή του Γιόαχιμ, του ανθρώπου που καταδίκασε το έργο σε εξαφάνιση, να το ανασύρει από την αφάνεια.

Η δεσποινίς Yelli d’Aranyi, ισχυριζόμενη ότι έβλεπε στον ύπνο της τα φαντάσματα του Σούμαν και του παππού της να της μιλούν για το χαμένο κοντσέρτο, έψαξε συστηματικά προς όλες τις κατευθύνσεις που είχε διοχετευθεί και διαχυθεί το αρχείο του Γιόαχιμ και βρήκε το χαμένο χειρόγραφο εν έτει 1933. Οι πρώτες τις κινήσεις ήταν να δώσει το χειρόγραφο στον εκδοτικό οίκο Schott, ο οποίος και προχώρησε αμέσως σε εκτύπωση, καθώς και στο συνθέτη Πωλ Χίντεμιτ, ο οποίος έγραψε το σπαρτίτο για βιολί και πιάνο. Για λόγους «εθνικής υπερηφάνειας» το Ναζιστικό Καθεστώς θεώρησε «λίγη» την δεσποινίδα Yelli d’Aranyi για να εκτελέσει την Παγκόσμια Πρεμιέρα για την οποία ήθελε να δοθεί μεγάλη δημοσιότητα και τελικά ήταν ο Γκέοργκ Κούλεκαμπφ (Georg Kulenkampf), ευνοούμενος του Καθεστώτος, ο οποίος το 1937 έφερε τις νότες του χαμένου κοντσέρτου στην επιφάνεια, σε συνεργασία με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου. Οι ίδιοι συντελεστές πραγματοποίησαν και την πρώτη ηχογράφηση του κοντσέρτου μερικούς μήνες μετά την ιστορική Παγκόσμια Πρώτη.

Το κοντσέρτο αποτελείται από τρία μέρη και ακολουθεί την κλασική γραμμή γρήγορο μέρος-αργό-γρήγορο.

Το πρώτο μέρος, με τη ρυθμική ένδειξη In kräftigem, nicht zu schnellem Tempo, θυμίζει υφολογικά περισσότερο συμφωνία με συμμετοχή βιολιού παρά κοντσέρτο. Παρ’ όλα τα άκρως δεξιοτεχνικά και απαιτητικά περάσματα του βιολιού σε ορισμένα σημεία, οι αμιγώς συμφωνικές σελίδες είναι πολύ περισσότερες, δημιουργώντας σχεδόν μια ανισορροπία. Τα δύο θέματα είναι μεν αντιθετικά ως προς το στυλ, ωστόσο στο τμήμα της ανάπτυξης, ενώ η υφή τους προσφέρεται για «συγκρουσιακές» καταστάσεις και διαλογικά μέρη, ο συνθέτης προτιμά μια πιο συμβατική και «μετριοπαθή» γραφή στη συγκεκριμένη υποενότητα. Στο τέλος της επανέκθεσης δεν υπάρχει η αναμενόμενη καντέντσα, γεγονός που ενισχύει τους θιασώτες της γνώμης ότι ο Σούμαν έγραψε περισσότερο μια συμφωνία με σόλο βιολί παρά ένα κοντσέρτο.

Το σύντομο δεύτερο μέρος, Langsam, λειτουργεί σαν ένα ιντερμέδιο ανάμεσα στα δύο γρήγορα μέρη. Γραμμένο στη σι ύφεση μείζονα, ξεκινάει με μια λυρικότατη μελωδία από το σόλο βιολί, το οποίο πρωταγωνιστεί σχεδόν σε ολόκληρο το μέρος, μέχρι το τέλος.

Μέσα από μια μεταβατική ενότητα, το κοντσέρτο περνάει στο τρίτο μέρος, Lebhaft, doch nicht schnell, ένα ευρηματικό ροντό γραμμένο στη ρε μείζονα. Εντύπωση προκαλεί ο αξιοπρόσεκτος χαρακτήρας Πολωνέζας, ο οποίος άλλοτε δίνει στο έργο ένα χαρακτήρα ρυθμικό και δεξιοτεχνικό, άλλοτε έντονα χιουμοριστικό, άλλοτε συμβάλει στη δημιουργία ευρηματικών διαλογικών μερών.

Τελικά ο αμείλικτος και δίκαιος κριτής, ο χρόνος, μπορεί να «κύλησε αργά» αλλά τελικά δικαίωσε τις 22 τελευταίες μέρες πνευματικής διαύγειας στη ζωή του Ρόμπερτ Σούμαν, τις μέρες που ο μεγάλος Γερμανός συνθέτης χάρισε στην ανθρωπότητα το κοντσέρτο για βιολί σε ρε ελάσσονα.

Σπύρος Δεληγιαννόπουλος, Απρίλης 2007.