Σπυρος Δεληγιαννοπουλος - Σ. ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ Η ζωη του οπως αντικατοπτριζεται μεσα απο το εργο του


Είμαι ένας Ρώσος συνθέτης. Η γενέτειρά μου επηρέασε το ταλέντο μου και τις αντιλήψεις μου. Η μουσική μου είναι προϊόν της ψυχοσύνθεσής μου. Είναι μουσική Ρωσική.
Σεργκέι Ραχμάνινοφ


Ο Σεργκέι Βασίλιεβιτς Ραχμάνινοφ γεννήθηκε στη Ρωσία την 1η Απριλίου 1873 στο συνοικισμό Σεμιόνοβο, στην πόλη Νόβγκοροντ. Ήταν το τέταρτο από τα έξι παιδιά μιας αρκετά εύπορης οικογένειας. Ο πατέρας, Βασίλυ Ραχμάνινοφ, ήταν αξιωματικός του Ρωσικού στρατού (εν αποστρατεία όταν γεννήθηκε ο Σεργκέι) και η μητέρα του κόρη στρατηγού, η οποία είχε προικοδοτήσει το σύζυγό της με μεγάλες εκτάσεις γης και ακίνητα. Η επαφή του Σεργκέι με το πιάνο ήταν αναπόφευκτη: ο παππούς του, πολύ αξιόλογος ερασιτέχνης πιανίστας, είχε μαθητεύσει κοντά στον Ιρλανδό βιρτουόζο Τζων Φηλντ (έναν από τους καλύτερους μαθητές του Μούτσιο Κλεμέντι) ενώ και οι δύο γονείς του Σεργκέι έπαιζαν πιάνο σε καθημερινή βάση στο σπίτι. Ήδη σε ηλικία τεσσάρων ετών, υπό την καθοδήγηση της μητέρας του -η οποία υπήρξε και η πρώτη του δασκάλα- ο μικρός Σεργκέι έκανε τα πρώτα του βήματα πάνω στη μουσική, μαζί με τα υπόλοιπα αδέλφια του. Οι γονείς Ραχμάνινοφ δεν διέκριναν σε αυτά τα πρώτα βήματα ιδιαίτερη επίδοση σε κάποιο από τα παιδιά τους. Για αυτούς η μουσική ήταν απλά μια ευχάριστη διέξοδος με τη μορφή παιχνιδιού για όλα τα μέλη της οικογένειας. Ήταν η γκουβερνάντα των έξι παιδιών, ο άνθρωπος που πρώτος παρατήρησε την κλίση του Σεργκέι στο πιάνο. Η Άννα Ορνάτσκαγια, αριστούχος απόφοιτη της μουσικής Ακαδημίας της Αγίας Πετρούπολης, ανέλαβε το μικρό Σεργκέι σε ηλικία επτά ετών, μένοντας από την πρώτη τους συνάντηση κιόλας έκπληκτη από το μουσικό ένστικτο του καινούργιου της μαθητή.

Ο Βασίλυ Ραχμάνινοφ εγκαινίασε μια αλυσίδα ψυχολογικών τραυματικών εμπειριών στη ζωή του υιού του, οι οποίες -όπως ο ίδιος ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ παραδέχτηκε δεκαετίες αργότερα- διαμόρφωσαν καθοριστικά την ψυχοσύνθεσή του καθώς και την ανάγκη να εκφράζεται μέσω της σύνθεσης. Το πάθος του Βασίλυ Ραχμάνινοφ για τη χαρτοπαιξία, τον οδηγεί σε οικονομική καταστροφή το 1882. Αναγκάζεται να εκποιήσει όλη την προίκα της γυναίκας του για να γλυτώσει από τα παράνομα και υπέρογκα χρέη.

Η οικογένεια μετακομίζει σε ένα μικρό σπίτι στην Αγία Πετρούπολη, η οποία όμως εκείνη την εποχή μαστίζεται από επιδημία διφθερίτιδας. Τρία από τα παιδιά –μεταξύ των οποίων και ο Σεργκέι- προσβάλλονται αμέσως. Και αν ο Σεργκέι και ο αδελφός του Βλαντιμίρ διαφεύγουν τον κίνδυνο, ο τραγικός θάνατος της αδερφής του Σοφίας, δίνει το τελειωτικό χτύπημα στον κλονισμένο γάμο των γoνιών του.

Σε αυτή την ευαίσθητη ηλικία ο Σεργκέι χάνει την αδερφή του και αμέσως μετά βλέπει τον πατέρα του να τους εγκαταλείπει. Μοναδική όαση χαράς αυτές τις δύσκολες στιγμές αποτελεί η γιαγιά του, η οποία τις Κυριακές τον παίρνει μαζί της στην εκκλησία του Νόβγκοροντ, όπου παρακολουθούν μαζί τη Θεία Λειτουργία. Εκεί ο Σεργκέι έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη θρησκευτική μουσική και τον ήχο που παράγουν οι καμπάνες, ερεθίσματα τα οποία θα τον επηρεάσουν με ανεξίτηλο τρόπο τα επόμενα χρόνια και θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο συνθετικό ιδίωμα που θα αναπτύξει.

Αντιλαμβανόμενος ότι η μουσική είναι μια διέξοδος που τον γεμίζει μεγάλη χαρά, το 1883 γράφεται στα προπαρασκευαστικά τμήματα της Μουσικής Ακαδημίας της Αγίας Πετρούπολης κερδίζοντας μάλιστα και υποτροφία. Η φοίτησή του όμως αποδεικνύεται προβληματική, καθώς αδυνατεί να προσαρμοστεί στο μουσικό εκπαιδευτικό σύστημα της Ακαδημίας, αποτυγχάνει πλήρως στις κατατακτήριες εξετάσεις και τελικά απειλείται με διακοπή της υποτροφίας και ενδεχόμενη διαγραφή από την ακαδημία. Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, η μητέρα του Ραχμάνινοφ έρχεται σε επαφή με τον ανιψιό της Αλεξάντερ Σιλότι, καθηγητή μουσικής στην Ακαδημία της Μόσχας και μαθητή του Λιστ. Ο Σιλότι συστήνει τον Ραχμάνινοφ στο συνεργάτη του και καθηγητή πιάνου στην ακαδημία Νικολάι Ζβέρεφ, ο οποίος και συμφωνεί να αναλάβει το Σεργκέι ως μαθητή. Φθινόπωρο του 1885, ο Ραχμάνινοφ μετακομίζει στο σπίτι του Ζβέρεφ, όπου και συγκατοικεί μαζί με άλλα δύο παιδιά-θαύματα στη μουσική, τον Λεονίν Μαξίμοφ και τον Ματβέι Πρέσμαν. Οι συνθήκες μελέτης στο σπίτι του Ζβέρεφ είναι εξοντωτικά απαιτητικές. Αναρίθμητες ώρες μελέτης σε καθημερινή βάση και επίσκεψη σε καλλιτεχνικά γεγονότα, συναυλίες και διαλέξεις περί μουσικής κατά τον «ελεύθερο χρόνο» είναι το καθημερινό πρόγραμμα των τριών μικρών ταλαντούχων μαθητών. Για πρώτη φορά ο Ραχμάνινοφ ακούει τον μεγάλο πιανίστα Άντον Ρουμπινστάιν να παίζει, παρακολουθεί το σπουδαίο θεωρητικό Σεργκέι Τανιέγιεφ να αναλύει και τελικά γνωρίζει τη θρυλική μορφή της Μόσχας, τον Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι.

Την επόμενη χρονιά, 1886, ο Ραχμάνινοφ γίνεται δεκτός στην Ακαδημία της Μόσχας, όπου μελετά πιάνο με το Σιλότι, αρμονία με τον Άντον Αρένσκυ, αντίστιξη με τον Τανιέγιεφ και εκκλησιαστική μουσική με τον Στεπάν Σμολένσκι. Ζώντας και δρώντας σε ένα περιβάλλον αμιγώς μουσικό, όπου τα ερεθίσματα ήταν καταιγιστικά και όντας υπερευαίσθητος, με ιδιάζουσα ψυχοσύνθεση –λόγω των νεανικών βιωμάτων- ήταν πολύ φυσική απόληξη η στροφή προς τη σύνθεση. Το πρώτο του κομμάτι το γράφει το 1886. Πρόκειται για ένα σύντομο πιανιστικό έργο αφιερωμένο στον Πρέσμαν (το χειρόγραφο έχει χαθεί, ενώ και οι πληροφορίες των δευτερογενών πηγών γύρω από το έργο είναι συγκεχυμένες). Τον επόμενο χρόνο, 1887, αρχίζει να συνθέτει σε τακτική βάση. Αρχικά γράφει μικρές φόρμες αποκλειστικά για πιάνο: νυχτερινά, ρομάντζες, πρελούδια, μελωδίες, φαντασίες, αυτοσχεδιασμούς καθώς και λίγες συλλογές τραγουδιών, όλα χωρίς την ένδειξη opus, γεγονός που πιστοποιεί ότι και ο ίδιος δεν τα θεωρούσε «έργα». Μη έχοντας ακόμα εμβαθύνει τις σπουδές του στα ανώτερα θεωρητικά, ίσως όμως και επειδή ο Ζβέρεφ τον αντιμετωπίζει μόνο ως πιανίστα, συνεχίζει και την επόμενη χρονιά, 1888, να γράφει αποκλειστικά μικρά έργα για πιάνο. Το 1889, τολμάει για πρώτη φορά να πειραματιστεί σε μεγαλύτερες φόρμες. Δουλεύει αποκλειστικά πάνω στο πρώτο του κουαρτέτο εγχόρδων καθώς και σε ένα κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, συνθέσεις που αν και εγκαταλειφθήκαν στην πορεία, θεωρούνται σημαντικές καθώς του έδωσαν την ώθηση να τολμήσει να γράψει κάτι μεγαλύτερο και πολυπλοκότερο. Το περιεχόμενο της εργογραφίας του διευρύνεται κι άλλο το 1890, με τρεις ρομάντζες για σύνολα μουσικής δωματίου, το συμφωνικό ποίημα Μάνφρεντ (χαμένο), το πρώτο του μοτέτο (Deus Meus για 6 φωνές), αρκετά τραγούδια, ενώ και η επιστροφή του στη σύνθεση για πιάνο δε συνοδεύεται από κάποιο σόλο αυτή τη φορά, αλλά από ένα βαλς για τρεις εκτελεστές (6 χέρια) !

Τον Ιούλη του 1891 έρχεται η ώρα για το πρώτο opus (πολύ σημαντική στιγμή για κάθε συνθέτη), όταν ο Ραχμάνινοφ γράφει το πρώτο από τα πέντε του μεγάλα έργα για πιάνο και ορχήστρα.
Το Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1 σε φα δίεση ελάσσονα, συμπεριλαμβάνεται στο φάκελο έργων που υποβάλει στην Ακαδημία στα πλαίσια των απολυτήριων εξετάσεων στη σύνθεση. Το άλλο μεγάλο έργο του φακέλου είναι η μονόπρακτη όπερα Αλέκο, βασισμένη στους Τσιγγάνους του Πούσκιν, η οποία και του χαρίζει το Χρυσό Μετάλλιο της ακαδημίας. Το κονσέρτο παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρεμιέρα στις 17 Μαρτίου 1892 στην αίθουσα τελετών της Ακαδημίας της Μόσχας, στο πλαίσιο των διπλωματικών εξετάσεων πιάνου του συνθέτη, με τον ίδιο στο πιάνο και μαέστρο το διευθυντή της Ακαδημίας Βασίλη Σαφόνοφ. Το έργο αυτό αποτελεί, πέρα από τον αναμφισβήτητο θρίαμβο, ένα σαφέστατο αντικατοπτρισμό των σπουδών που είχε πραγματοποιήσει όλα αυτά τα χρόνια ο Ραχμάνινοφ υπό την ιδιότητα του πιανίστα, καθώς υπάρχουν ξεκάθαρες αναφορές στα κονσέρτα των Αρένσκυ, Ρίμσκυ-Κόρσακοφ, Γκρηγκ, Μπαλακίρεφ και Ρουμπιστάιν. Ο Μοσχοβίτης εκδότης Γκάθελ[1] ζητά αμέσως το έργο για έκδοση, το οποίο τυπώνεται το φθινόπωρο του 1893 ως Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα σε φα δίεση ελάσσονα αρ.1, φέροντας κάτω από τον τίτλο την ένδειξη «opus 1». Με το πέρασμα των χρόνων πάντως, αντιλαμβανόμενος και ο ίδιος ο Ραχμάνινοφ ότι το έργο σε αυτή την αρχική του μορφή, δεν αποτελεί πάρα ένα μείγμα ιδεών από κονσέρτα τα οποία είχε μελετήσει ως πιανίστας, κάνει αρχικά μερικής έκτασης αναθεωρήσεις πάνω στο αρχικό χειρόγραφο κατά το έτος 1908, για να το ξαναγράψει -σχεδόν από την αρχή- το 1917, επιφέροντας εκτεταμένες αλλαγές τόσο σε δομικό όσο και ενορχηστρωτικό επίπεδο. Σε αυτή την τελική του μορφή το παρουσίασε ο ίδιος στη Νέα Υόρκη το 1919 και εκδόθηκε στη συνέχεια από τον εκδοτικό οίκο Boosey & Hawkes.

Η μεγάλη δημοσιότητα που γνώρισε ο Ραχμάνινοφ μετά την επιτυχία του κονσέρτου και της όπερας είχε θετικές επιδράσεις στη δημιουργία του, καθώς τον οδήγησε σε μια έκρηξη παραγωγικότητας. Μέσα σε μόνο λίγους μήνες γράφει τα έργα: Πρελούδιο και Ανατολίτικος Χορός για τσέλο και πιάνο έργο 2, Πέντε Κομμάτια Φαντασίας για πιάνο έργο 3 (μεταξύ τον οποίων περιλαμβάνονται και τα εξαιρετικά δημοφιλή: Ελεγεία σε μι ύφεση ελάσσονα και Πρελούδιο σε ντο δίεση ελάσσονα), Σουίτα για 2 πιάνα αρ. 1 έργο 5, Ρομάντζα και Ουγγρικός Χορός για βιολί και πιάνο έργο 6, 6 τραγούδια έργο 8, και το συμφωνικό ποίημα Ο Βράχος εμπνευσμένο από κείμενα του Τσέχοφ έργο 7.

Το τελευταίο, επρόκειτο να το διευθύνει ο ίδιος ο Τσαϊκόφσκι! Ο αιφνίδιος όμως θάνατός του (μόλις ένα μήνα πριν είχε πεθάνει και ο Ζβέρεφ), βύθισε το Ραχμάνινοφ σε πολύ μεγάλη θλίψη. Αυτή την έντονη συγκινησιακή φόρτιση, τη μετουσίωσε σε καλλιτεχνική εμπειρία μέσα από τις απαράμιλλης εκφραστικότητας σελίδες του Ελεγειακού τρίο έργου 9, το οποίο και αφιέρωσε στη μνήμη του εκλιπόντος κορυφαίου μουσουργού.

Η οδύνη από την ταυτόχρονη απώλεια των δύο μεντόρων του, σε συνδυασμό με την οικονομική στενότητα που αντιμετωπίζει ως ελεύθερος πλέον καλλιτέχνης μετά την αποφοίτηση του από την ακαδημία, γεμίζουν το Ραχμάνινοφ με ανασφάλεια για το μέλλον. Η συνθετική παραγωγή του μειώνεται αισθητά τα επόμενα δύο χρόνια και η αγωνία του για άνοδο και επιβεβαίωση λειτουργεί πλέον πιεστικά. Ανάγει την ολοκλήρωση της πρώτης του συμφωνίας σε προσωπικό στοίχημα, θεωρώντας ότι μόνο με επιτυχία του έργου θα ανοιχθούν νέοι ορίζοντες στην καριέρα του, ιδίως τώρα που έχασε τη στήριξη των Ζβέρεφ και Τσαϊκόφσκι. Κάτι τέτοιο, δυστυχώς για το Ραχμάνινοφ δε συνέβη. Η πρεμιέρα της Συμφωνίας αρ.1 έργου 13 ήταν το απόλυτο φιάσκο. Υπό τη διεύθυνση του Αλεξάντερ Γκλαζούνοφ, ο οποίος σύμφωνα με μαρτυρίες ήταν μεθυσμένος τη βραδιά της πρεμιέρας, η εκτέλεση ήταν μια πλήρης αποτυχία και προκάλεσε μόνο αρνητικές κριτικές. Η κλονισμένη ψυχική υγεία του Ραχμάνινοφ δεν μπόρεσε να το αντέξει. Θεωρώντας πως έχει οδηγηθεί σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο και ότι αδυνατεί να ανέλθει περαιτέρω, καταρρέει. Μη συνειδητοποιώντας ότι τα έργα που έχει γράψει μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή αποτελούν ουσιαστικά την «περιπλάνηση» που οφείλει να κάνει κάθε νέος συνθέτης στο ξεκίνημά του (και συνεπώς δίκαια κάποια έργα του αντιμετωπίστηκαν ως τέτοια και μόνο από τους κύκλους ακαδημαϊκής μουσικής της Μόσχας) βλέπει στην αποτυχημένη πρεμιέρα της συμφωνίας του το τέλος της καριέρας του, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά το τέλος της εποχής που ήταν ο εξαιρετικά ταλαντούχος και πολλά υποσχόμενος φοιτητής της Ακαδημίας. Η εποχή αυτή, που η σύγχρονη βιβλιογραφία χαρακτήρισε ως πρώτη συνθετική περίοδο του Ραχμάνινοφ φτάνει στο τέλος της τη στιγμή της κορύφωσής της με τη Συμφωνία αρ.1 η οποία αξιολογείται σήμερα ως η πιο ώριμη έκφανση αυτής της περιόδου.

Μετά την πρώτη συμφωνία, λόγω των βιοποριστικών του αναγκών αναγκάζεται να εργαστεί ως πιανίστας και βοηθός μαέστρου, διοχετεύοντας πλέον σχεδόν όλο του το χρόνο και την ενεργητικότητα εκεί και μειώνοντας αναπόφευκτα την ποσότητα των συνθετικών του έργων. Στην τριετία 1897-1899, συνθέτει μόνο τα δώδεκα Τραγούδια έργο 14, τα έξι Χορωδιακά κομμάτια έργο 15 και τις έξι Μουσικές Στιγμές για πιάνο έργο 16.

Στις αρχές του 1900, ο Ραχμάνινοφ επισκέπτεται τον ψυχαναλυτή και υπνοθεραπευτή Δρ. Νικολάι Νταλ, (μια από τις πλέον αινιγματικές μορφές στη ζωή του) προσπαθώντας να βρει μια διέξοδο στο αδιέξοδο που τον οδηγούσαν τα υπαρξιακά του προβλήματα. Μετά από μήνες θεραπείας, στη διάρκεια της οποίας επισκέπτεται το Δόκτορα Νταλ σε καθημερινή βάση, πλούσιες συνθετικές ιδέες τον κατακλύζουν και η μουσική ρέει και πάλι άφθονη από την πένα του! Είναι η ίδια μουσική που έγραφε πριν από την κρίση που διέρχονταν αλλά και συνάμα διαφορετική, πιο ώριμη, πιο μεστή, πιο τεκμηριωμένη. Μόλις τότε ξεκινούσε η «δεύτερη συνθετική περίοδος».[2]

Η αφετηρία της επισφραγίζεται με δύο έργα του 1901 που θεωρούνται μέχρι σήμερα από τα πλέον δημοφιλή του συνθέτη: τη Σουίτα για δύο πιάνα έργο 17 και το Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 2 σε ντο ελάσσονα, έργο 18, το οποίο γνωρίζει τεράστια επιτυχία, καθώς έρχονται αμέσως οι πρώτες προτάσεις για εκτέλεση στην Ευρώπη και συγκεκριμένα σε Λονδίνο και Λιψία. Ο Ραχμάνινοφ έχει εισέλθει και πάλι σε φάση ακμής και έχει τη δυνατότητα να χτίζει και πάλι τη ζωή του όπως πραγματικά εκείνος επιθυμεί. Παντρεύεται τη Νατάλια Σάτινα την επόμενη χρονιά, 1902. Κατά το μήνα του μέλιτος, το ζευγάρι επισκέπτεται τη Βιέννη, τη Βενετία, τη Λουκέρνη και το Μπαϋρόιτ, όπου παρακολουθούν έργα Βάγκνερ. Τις εμπειρίες του από αυτό το ταξίδι ο Ραχμάνινοφ τις αποτυπώνει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, συνθέτοντας τα Δώδεκα Τραγούδια έργο 21 και μετά το ταξίδι μέσα από τα δύο μεγάλα έργα του για σόλο πιάνο, τις Παραλλαγές σε ένα θέμα του Σοπέν έργο 22 και τα Πρελούδια έργο 23.

Μετά από αυτά τα δύο μεγάλα πιανιστικά έργα, ο Ραχμάνινοφ κάνει στροφή προς την όπερα, με αφορμή τη νέα επαγγελματική του συνεργασία ως μαέστρος της Όπερας Μπολσόι. Μέσα σε μια διετία γράφει τις όπερες Ο τσιγκούνης ιππότης και Η Φραντσέσκα του Ρίμινι, αποσκοπώντας στην προώθηση αυτών των έργων μέσω του καινούργιου του πόστου. Η απροσδόκητα για τον ίδιο χλιαρή υποδοχή των έργων αυτών κατά την πρώτη παρουσίασή τους στην Όπερα, σε συνδυασμό με το ότι οι συνθήκες εργασίας στη θέση αυτή είχαν γίνει δυσανάλογα απαιτητικές και ψυχοφθόρες, δίχως να του προσφέρουν συγχρόνως οικονομικό και καλλιτεχνικό όφελος εξαιτίας κυρίως των πολιτικών εξελίξεων της εποχής, τον οδηγούν στην απόφαση να διακόψει τη συνεργασία και να μετοικίσει για λίγο καιρό στη Δρέσδη.

Κατά τη διάρκεια παραμονής του στη Δρέσδη γράφει μερικές από τις ποιοτικότερες δουλειές του, τη Συμφωνία αρ. 2 σε μι ελάσσονα έργο 27[3], τη Σονάτα για πιάνο αρ.1 έργο 28, και το συμφωνικό ποίημα Το νησί των νεκρών έργο 29.

Ο θάνατος είναι ένα θέμα στο οποίο ο Ραχμάνινοφ κάνει συχνές αναφορές μέσα από το έργο του με σκοπό να υποδηλώσει τον ερχομό της ανάπαυσης και της ειρήνης μέσω αυτού. Το θέμα του Dies Irae από τη Λατινική Νεκρώσιμη Ακολουθία έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στον συνθετικό κορμό της εργογραφίας του, καθώς αποτελεί το βασικό συνδετικό κρίκο σε όλες τις συνθετικές περιόδους του. Η συνύπαρξή του Dies Irae μαζί με τις αυθεντικές μελωδικές γραμμές που ο ίδιος συνέθετε, αποτελούσε για το Ραχμάνινοφ μια πιο εμφατική έκφραση των μεταφυσικών του ανησυχιών. Ήταν ένα θέμα με το οποίο είχε αναπτύξει από νωρίς μια ιδιότυπη σχεδόν «προσωπική» σχέση, καθώς το συνάντησε συχνά μέσα από τις μελέτες των αγαπημένων έργων των συνθετών Λιστ, Μπερλιόζ, Μούσοργκσκι και Τσαϊκόφσκι, με τα οποία είχε έρθει σε άμεση επαφή τόσο μέσα από την ιδιότητά του ως πιανίστα όσο και μέσα από αυτήν του μαέστρου. Η περίοπτη θέση που έχει το Dies Irae στην εργογραφία του Ραχμάνινοφ υποδηλώνει για τον ίδιο την αυταπόδεικτη αλήθεια, ότι η ανθρώπινη ευτυχία είναι εφήμερη, πεποίθηση που είχε καλλιεργηθεί από πολύ μικρή ηλικία μέσα στην ψυχή του.

Κατά το διάστημα της παραμονής του στη Δρέσδη, η μοναδική επαφή που έχει με τη Ρωσία είναι η διαμονή του στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών στο αγαπημένο του εξοχικό στην περιοχή Ιβάνοβκα. Επισκέπτεται επίσης την Αγία Πετρούπολη για την παγκόσμια πρεμιέρα της Συμφωνίας αρ. 2, η οποία και πραγματοποιήθηκε υπό τη διεύθυνση του ιδίου. Στο εξοχικό της Ιβάνοφκα, το καλοκαίρι του 1909, σχεδιάζει το Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 3 σε ρε ελάσσονα, έργο 30. Κίνητρο για τη σύνθεση ενός τόσο μεγάλης κλίμακας έργου στάθηκε η επικείμενη πρώτη του περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες το φθινόπωρο του ίδιου έτους, στη διάρκεια της οποίας και το πρωτοπαρουσίασε.

Μετά το τέλος της περιοδείας, ο Ραχμάνινοφ επιστρέφει το 1910 στη Ρωσία, δίνοντας οριστικό τέλος στην παρένθεση της Δρέσδης. Στα έργα που θα γράψει σημειώνεται μια αισθητική διαφοροποίηση, καθώς μετακινείται από τον πομπώδη λυρισμό σε ένα σαφώς πιο λιτό ύφος στο οποίο δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη χρωματική κίνηση. Οι πρώτες εκφάνσεις αυτής της στιλιστικής μεταβολής είναι η Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου έργο 31 για a capella μεικτή χορωδία, τα δεκατρία Πρελούδια για πιάνο έργο 32 και το πρώτο σετ των Etudes-Tableaux έργο 33, επίσης για σόλο πιάνο, σπουδές που αποτελούν ουσιαστικά προέκταση των αμέσως προηγούμενων πρελουδίων.

Εκείνη την περίοδο αρχίζει αλληλογραφία με μια νεαρή ανώνυμη θαυμάστριά του, η οποία υπογράφει ως Ρε ( Αργότερα η ταυτότητα της γίνεται γνωστή και πρόκειται για τη νεαρή ποιήτρια Μαριέτα Σαγκινιάν). Μέσα από αυτή την αλληλογραφία, ο Ραχμάνινοφ ξεδιπλώνει για πρώτη φορά μέσα από γραπτά κείμενα πολύ προσωπικές σκέψεις του, συναισθήματα και υπαρξιακές φοβίες. Αποτέλεσμα αυτής της ιδιότυπης σχέσης ήταν η σύνθεση του κύκλου Δεκατέσσερα Τραγούδια έργο 34, ο ωριμότερος και πιο δημοφιλής κύκλος τραγουδιών που έγραψε ο Ραχμάνινοφ, όπου μεταξύ των κομματιών περιλαμβάνεται ο περίφημος Βοκαλισμός.

Κατά την επόμενη διετία, η στροφή του προς τη φωνητική μουσική θα κορυφωθεί μέσα από τη χορωδιακή συμφωνία Kαμπάνες έργο 35 και την Ολονύχτια Αγρυπνία έργο 37 για a capella μεικτή χορωδία. Ενδιάμεσα γράφει την αριστουργηματική Σονάτα για πιάνο αρ. 2 έργο 36.

Την άνοιξη του 1915 ο Ραχμάνινοφ συγκλονίζεται από τον αιφνίδιο θάνατο του πρώην συμφοιτητή του και ετέρου πόλου δόξας και καταξίωσης εκείνα τα χρόνια στην Ακαδημία, Αλεξάντερ Σκριάμπιν, καθώς και από την απώλεια του παλιού του δασκάλου Σεργκέι Τανιέγιεφ. Η βαθειά οδύνη, η οποία επιτείνεται και από τον συνεχώς διογκούμενο πολιτικό-στρατιωτικό σπαραγμό που έχει αρχίσει να εξαπλώνεται σε όλη τη Ρωσία, τον οδηγεί σε συνθετική παύση ενάμιση έτους. Πηγαίνει στον Καύκασο για διακοπές και πνευματική ανάταση. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται την 22χρονη τραγουδίστρια Νίνα Κόσετζ. Η Νίνα (μελλοντική μεγάλη ντίβα του τραγουδιού και καθηγήτρια της Μάρλεν Ντίτριχ στο Χόλιγουντ κατά το τέλος της καριέρας της) ήταν η πρώτη φοιτήτρια της ακαδημίας της Μόσχας που στις απολυτήριες εξετάσεις έπαιξε κονσέρτο Ραχμάνινοφ, μετά τον ίδιο το Ραχμάνινοφ! Τρέφοντας απεριόριστο θαυμασμό ο ένας για τον άλλο, αναπτύσσουν μια σχέση θυελλώδη. Πνευματικός καρπός αυτής της σχέσης είναι τα Έξι Τραγούδια έργο 38 και το δεύτερο σετ των Etudes-Tableaux, έργο 39. Η σχέση αυτή φέρνει το γάμο του Ραχμάνινοφ στα πρόθυρα της διάλυσης και τελικά αποφασίζει να τη διακόψει στις αρχές του 1917.
Το έτος αυτό, αποτελεί κομβικό χρονικό σημείο για τη Ρωσία, σηματοδοτώντας πολιτικές εξελίξεις που δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστη και τη ζωή του Ραχμάνινοφ. Το ξέσπασμα της επανάστασης και η άνοδος των Μπολσεβίκων στην εξουσία αντιμετωπίζονται αρχικά με ενθουσιασμό από το συνθέτη. Σταδιακά όμως η γνώμη του μεταστρέφεται και την άνοιξη του 1918 παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει τη Ρωσία. Η πρόσκληση για μερικές εμφανίσεις στη Σουηδία είναι η αφορμή που περίμενε. Στις 23 Δεκεμβρίου 1918 η οικογένεια Ραχμάνινοφ αναχωρεί από την Αγία Πετρούπολη με προοπτική να μην επιστρέψει ποτέ στη Ρωσία. Στα προσωπικά υπάρχοντα που παίρνει στις αποσκευές του, ο Ραχμάνινοφ περιλαμβάνει μόνο ελάχιστες παρτιτούρες καθώς και τα σκίτσα ενός νέου κονσέρτου για πιάνο και μιας νέας συμφωνίας...

Για ένα χρόνο περίπου η οικογένεια ζει στη Στοκχόλμη, με μοναδικό τρόπο συντήρησης τα έσοδα του Ραχμάνινοφ από τις εμφανίσεις ως πιανίστα. Σε μια Ευρώπη που αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και που οι νέες αισθητικές αρχές της τέχνης έρχονται σε ευθεία ρήξη με αυτές προ του πολέμου, δεν υπάρχει χώρος πια για συνθέτες σαν τον Ραχμάνινοφ.
Ο μόνος τρόπος να επιβιώσει σε αυτές τις νέες συνθήκες είναι να στραφεί και πάλι προς την ερμηνεία του πιάνου και τη διεύθυνση ορχήστρας. Η μόνη γη στην οποία έχει την πιθανότητα να βρει τέτοια δουλειά στην παρούσα συγκυρία είναι η Αμερική. Η οικογένεια σαλπάρει από το Όσλο με προορισμό τη Νέα Υόρκη την 1η Νοεμβρίου του 1918. Η «δεύτερη συνθετική περίοδος» του Ραχμάνινοφ αποτελεί de facto παρελθόν.

Με την άφιξή του στην Αμερική, εγκαθίσταται αρχικά σε ένα ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης. Φίλοι και θαυμαστές της μουσικής του τον βοηθούν να οργανώσει τη νέα του ζωή. Από εδώ και στο εξής η καριέρα του θα συνεχιστεί με την ιδιότητα του ερμηνευτή. Το Δεκέμβρη του 1918, ξεκινάει τις εμφανίσεις του ως πιανίστας. Η ζωή του αλλάζει δραματικά. Οι ώρες μελέτης πάνω στο πιάνο είναι ατελείωτες. Στα επόμενα είκοσι πέντε χρόνια θα πραγματοποιήσει πάνω από χίλιες εμφανίσεις. Οι κοσμογονικές εξελίξεις που συντελούνται στο χώρο της σύνθεσης δεν θα τον επηρεάσουν, αφού άλλωστε δεν έχει τη δυνατότητα να τις παρακολουθήσει καθώς εργάζεται υπερεντατικά σαν ερμηνευτής. Για πάνω από δέκα χρόνια ο συνθέτης Ραχμάνινοφ σιωπά εντελώς. Σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό The Monthly Musical Record αναφέρει χαρακτηριστικά : «...Η συνεχής μελέτη και η χρονική πίεση που έχει η ζωή ενός σο­λίστα απομυ­ζούν όλη μου την ενέρ­γεια. Επιπλέον νιώθω ότι η μουσική που γράφω δεν είναι αποδεκτή σήμερα. Από τότε που άφησα τη Ρωσία, έχασα την επιθυμία να συνθέσω, έχασα τον εαυτό μου. Εδώ στην εξορία, όπου οι παραδόσεις μου και το μουσικό πε­ριβάλλον μου εκμηδενίστηκαν, έχασα και την επιθυμία για προ­σωπική έκ­φραση».

Το 1926 ο Ραχμάνινοφ ανασύρει από τα ράφια του διαμερίσματός του στη Νέα Υόρκη το ξεχασμένο τετράδιο με τα σκίτσα του κονσέρτου για πιάνο, το οποίο είχε πάρει μαζί του φεύγοντας από τη Ρωσία το 1918. Επρόκειτο για μουσικές ιδέες οι οποίες, βάσει της αλληλογραφίας Ραχμάνινοφ-Σιλότι χρονολογούνται περί το 1914. Ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής στη Δρέσδη, δίνει στο Ραχμάνινοφ την ευκαιρία να ασχοληθεί συστηματικότερα με το ξεχασμένο έργο και να το αναπλάσει. Το Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.4 σε σολ ελάσσονα έργο 40, σηματοδοτεί την επιστροφή του Ραχμάνινοφ στη σύνθεση και την έναρξη της «τρίτης περιόδου» ως συνθέτη. Η επιστροφή του αυτή επιβεβαιώνεται με ένα δεύτερο έργο μέσα στην ίδια χρονιά, τα Τρία Ρωσικά Τραγούδια έργο 41.

Το καλοκαίρι του 1928, η οικογένεια Ραχμάνινοφ πηγαίνει για διακοπές στη Γαλλία. Εκεί ο Σεργκέι έχει πληθώρα συναντήσεων με παλιούς φίλους από τη Ρωσία. Ένας εξ αυτών, ο Όσκαρ φον Ρίζμαν, προτείνει στο Ραχμάνινοφ να γράψει τη βιογραφία του. Ο τελευταίος συμφωνεί και έτσι ξεκινά μια σειρά επαφών μεταξύ των δύο ανδρών. Στο πλαίσιο αυτών των επαφών, πραγματοποιείται και μια συνάντηση στο σπίτι του Ρίζμαν στην Ελβετία. Εκεί, οι δύο άνδρες διαφωνούν για τον τρόπο συγγραφής της βιογραφίας και η συνεργασία ματαιώνεται. Στο Ραχμάνινοφ όμως γεννιέται μια μεγάλη αγάπη για τη φύση της Ελβετίας! Αγοράζει μια έκταση στη λίμνη της Λουκέρνης και χτίζει μια βίλλα την οποία και προορίζει για τελευταία του κατοικία, μόλις αποσυρθεί από την ενεργό καλλιτεχνική δράση. Στη βίλλα δίνει το όνομα Σεναρ (ΣΕργκέι, ΝΑτάλια Ραχμάνινοφ). Στη βίλλα Σέναρ, έμελε να γραφούν μερικές από τις κορυφαίες σελίδες της τρίτης περιόδου του Ραχμάνινοφ.

Ακολουθούν άλλα πέντε χρόνια συνθετικής παύσης, γεμάτα από εμφανίσεις σε Αμερική και Ευρώπη, ώσπου ο Ραχμάνινοφ αρχίζει να συνθέτει και πάλι το 1931. Εκείνη τη χρονιά, για πρώτη (και τελευταία) φορά στη ζωή του παίρνει θέση δημοσίως για τις πολιτικές εξελίξεις της πατρίδας του. Ο ίδιος ήταν φιλοτσαρικός, νοσταλγός του παλαιού καθεστώτος της Ρωσίας. Τη θέση του αυτή τη δημοσιοποιεί αρχικά με ένα άρθρο κατά του Σοβιετικού καθεστώτος, το οποίο δημοσιεύτηκε στους New York Times και λίγους μήνες αργότερα συνυπογράφοντας μια διαμαρτυρία προς το State Department. Αυτή η πολιτική του κίνηση, προκάλεσε την απαγόρευση της εκτέλεσης έργων του στη Σοβιετική Ένωση για τα επόμενα τρία χρόνια, γεγονός που του προκάλεσε τεράστια θλίψη. Οι εκτελέσεις έργων στην αγαπημένη του πατρίδα ήταν ο ιδιότυπος -και μοναδικός- τρόπος επικοινωνίας που είχε πλέον με αυτή και τώρα διακόπτονταν βίαια. Την πικρία του αυτή εκφράζει μέσα από τις δραματικές σελίδες του νέου του έργου Παραλλαγές σε ένα θέμα του Κορέλλι έργο 42, το οποίο έμελε να είναι και το τελευταίο του μεγάλο έργο για σόλο πιάνο.

Το καλοκαίρι του 1934, κατά τη διάρκεια των διακοπών του στη βίλλα Σέναρ, ο Ραχμάνινοφ γράφει τη Ραψωδία πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι έργο 43 για πιάνο και ορχήστρα. Το έργο βασίζεται στο θέμα του 24ου καπρίτσιου για βιολί του μεγάλου Ιταλού βιρτουόζου. Μέσα στο έργο συνυπάρχουν αρμονικά τρία διαφορετικά στοιχεία, το πνεύμα του Παγκανίνι, το Dies Irae και βέβαια η γλώσσα του Ραχμάνινοφ κάνοντας το έργο μεγάλη επιτυχία από την πρώτη κι όλας εκτέλεση. Η πεποίθησή του ως συνθέτη αναπτερώνεται μετά από αυτή την εξέλιξη. Ανασύρει και πάλι το τετράδιο με τις ιδέες που είχε πάρει φεύγοντας από τη Ρωσία και προχωράει αμέσως σε ένα νέο μεγάλο έργο, τη Συμφωνία αρ. 3 σε λα ελάσσονα έργο 44. Αν και έτυχε χλιαρής υποδοχής από τους κριτικούς της εποχής, η Συμφωνία αρ.3 θεωρείται σήμερα ως το αρτιότερο των συμφωνικών του έργων.

Την άνοιξη του 1938, ο Ραχμάνινοφ προγραμματίζει την επιστροφή του στο πόντιουμ σε μια συναυλία στη Βιέννη, όπου θα διευθύνει αποκλειστικά δικά του έργα. Τα εισιτήρια εξαντλούνται πολύ καιρό πριν. Ο κόσμος ανυπομονεί να δει το Ραχμάνινοφ να διευθύνει Ραχμάνινοφ. Οι πολιτικές εξελίξεις όμως θα επηρεάσουν και πάλι την καριέρα του. Στις 11 Μαρτίου τα Χιτλερικά στρατεύματα εισβάλουν στην Αυστρία και η έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είναι πια ορατή. Η ιστορική συναυλία δεν έγινε ποτέ.
Ο Ραχμάνινοφ επιστρέφει στην ασφάλεια της πολιτικά ουδέτερης Ελβετίας, όπου και πραγματοποιεί μια τελευταία εμφάνιση στο φεστιβάλ της Λουκέρνης. Στη συνέχεια εγκαταλείπει για δεύτερη φορά στη ζωή του την Ευρώπη εξαιτίας ενός πολέμου. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος έχει πλέον ξεσπάσει.

Το καλοκαίρι του 1940, κατά τη διάρκεια των διακοπών του στο Λονγκ Άιλαντ, ο Ραχμάνινοφ καταπιάνεται με ένα καινούργιο μεγάλο έργο, το οποίο έμελε να είναι το κύκνειο άσμα του. Οι Συμφωνικοί Χοροί έργο 45 αποτελούν για το Ραχμάνινοφ κατάθεση ψυχής, την αυτοβιογραφία του μέσα από νότες. Μέσα από τα τρία μέρη του έργου παρελαύνουν οι τρεις περίοδοι που έζησε ως συνθέτης, οι εμπειρίες που αποκόμισε από τις τρεις του καλλιτεχνικές ιδιότητες, ως συνθέτης μαέστρος και πιανίστας, καθώς και οι τρεις τόσο διαφορετικές φάσεις που πέρασε στη ζωή του σαν άνθρωπος. Το πρώτο μέρος των Συμφωνικών Χορών τελειώνει με μια αναφορά-εξορκισμό στην καταστροφική πρεμιέρα της Πρώτης Συμφωνίας, το δεύτερο είναι γεμάτο λάμψη και το έργο ολοκληρώνεται στο τρίτο μέρος (το οποίο έχει ενορχήστρωση αμιγώς «Αμερικανικής» υφής) με το Αλληλούια της Ρωσικής Λειτουργίας και βέβαια το Dies Irae, το θέμα της Λατινικής Νεκρώσιμης Ακολουθίας....

Μετά την ολοκλήρωση του έργου εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια επιδείνωσης της υγείας του. Ενάμιση χρόνο αργότερα μετακομίζει στο Μπέβερλυ Χίλλς της Καλιφόρνια και παίρνει την απόφαση να αποσυρθεί εντελώς από την ενεργό δράση μετά το τέλος της σαιζόν 1942-43.


Στην τελευταία συνέντευξη της ζωής του, έχοντας γευτεί καταξίωση και καλλιτεχνικές εμπειρίες όσο λίγοι στη σύγχρονη ιστορία της μουσικής συνοψίζει τις απόψεις του περί σύνθεσης στις ακόλουθες φράσεις: «Η αδιά­κοπη μου θέληση να συνθέσω μουσική είναι μια εσωτερική παρό­τρυνση του να εκ­φράσω μουσικά τα συναισθήματά μου, όπως η ομιλία για να προφέρω τις σκέψεις μου. Αυτή πρέπει να είναι και η λειτουργική σημα­σία της σύνθεσης στην ζωή κάθε συνθέτη. Κάθε άλλη, είναι δευτερευούσης σημα­σίας. Δε συμπαθώ τους συνθέτες που γράφουν με βάση προκαθορι­σμένες θεωρίες ή υιοθετούν ένα στυλ, μόνο και μόνο επειδή είναι στη μόδα. Οι μεγάλες σελίδες της μουσι­κής ποτέ δε γράφτηκαν με αυτό τον τρόπο και τολμώ να πω πως ούτε πρό­κειται. Η μουσική οφείλει –σε τε­λική ανά­λυση- να είναι η έκφραση της προσωπικότητας του συνθέτη, οφείλει να αντικατοπτρίζει τη χώρα γέννησής του, αγαπημένα συναισθή­ματα, τη θρησκεία του, τη γλώσσα του, τα βιβλία και τις εικόνες που αγάπησε και τον επηρέασαν, οφείλει να είναι το σύνολο των εμπειριών του. Μελετή­στε τα αριστουργήματα των μεγάλων συνθετών και θα βρείτε κάθε πτυχή της προσωπικότητας και του περιβάλλοντός τους στη μουσική τους. Ο χρόνος μπορεί να αλλάξει τις τεχνικές που χρησιμο­ποιούνται στη μου­σική, δε θα αλλάξει όμως ποτέ την αποστολή της...»

Ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ πέθανε, στις 28 Μαρτίου 1943 στο Μπέβερλυ Χίλλς. Μόλις λίγες εβδομάδες πριν το θάνατό του είχε πάρει την Αμερικανική υπηκοότητα. Αναπαύεται στο κοιμητήριο Κένσικο της Νέας Υόρκης.

Σπύρος Δεληγιαννόπουλος, Φεβρουάριος 2005. 

[1] (Ο Γκάθελ έχει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την οικονομική δυσχέρεια στην οποία περιήλθε αργότερα ο Ραχμάνινοφ, λόγω της αβλεψίας του να κατοχυρώσει διεθνές copyright. Τα έργα του, ιδίως το εξαιρετικά δημοφιλές πρελούδιο σε ντο δίεση ελάσσονα έργο 3 αρ. 2, ανατυπώνονταν ανεξέλεγκτα για πολλά χρόνια σε Αγγλία και Αμερική, χωρίς ο Ραχμάνινοφ να εισπράττει τα πνευματικά δικαιώματα.)
[2] Εκείνη την εποχή, η θεραπεία μέσω ύπνωσης (hypnotherapy) ήταν μια από τις μεγάλες «ανακαλύψεις» της εποχής. Και ο Μάλερ κατάφυγε σε αυτή τη θεραπεία (μετά την κρίση του γάμου του) και μάλιστα στον ίδιο τον Φρόϋντ!
[3] Το χειρόγραφο της συμφωνίας βρέθηκε πάρα πολύ πρόσφατα -Οκτώβρη του 2004- σε ένα χωριό της γαλλόφωνης Ελβετίας. Πρόκειται να βγει τέλη Δεκέμβρη σε πλειστηριασμό από τον οίκο Sotheby’s του Λονδίνου με τιμή εκκίνησης 500.000 στερλίνες. Η Συμφωνία μέχρι σήμερα ήταν γνωστή βάση της έκδοσης του 1908.