Σπυρος Δεληγιαννοπουλος - ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΓΡΑΦΕΣ ΕΡΓΩΝ ΜΠΑΧ ΣΤΟΝ 20o ΑΙΩΝΑ

Το κείμενο γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών για την έκδοση
Γύρω από τη Μουσική του Johann Sebastian Bach


Στις 20 Μαρτίου 1829, ο εικοσάχρονος Φέλιξ Μέντελσον διευθύνει τα Κατά Ματθαίον Πάθη του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ στο Βερολίνο, ανασύροντας το έργο από την αφάνεια εβδομήντα εννιά χρόνια μετά το θάνατο του συνθέτη. Προσπαθώντας να προσαρμόσει το έργο στις αισθητικές αντιλήψεις της εποχής του και στις τεχνικές ιδιαιτερότητες των μουσικών με τους οποίους συνεργάζεται σε εκείνη τη συναυλία, ο νεαρός και ενθουσιώδης μαέστρος κάνει τολμηρές αλλαγές στο πρωτότυπο. Ενορχηστρώνει εκ νέου το έργο μεταγράφοντάς το για πλήρη συμφωνική ορχήστρα, χρησιμοποιεί μια τεράστια χορωδία 160 ατόμων, δεν περιλαμβάνει μέρη που ενδεχομένως δεν θα αρέσουν και κάνει ευρείες αλλαγές στις μελωδίες αρκετών σολιστικών μερών, προκειμένου να αναδειχτούν οι σολίστ της εκτέλεσης. Στόχος του Μέντελσον δεν είναι μόνο να ξαναζωντανέψει την ξεχασμένη πια μουσική του Μπαχ, αλλά και να την παρουσιάσει στο κοινό εναρμονισμένη με τις τότε ισχύουσες μουσικές προτιμήσεις. Το γεγονός αυτό έχει τεράστια απήχηση και όχι μόνο επαναφέρει τη μουσική του Μπαχ στις αίθουσες συναυλιών αλλά ανοίγει το δρόμο και στην επεξεργασία αυτής σύμφωνα με τις εκάστοτε επικρατούσες τεχνικές και αισθητικές αντιλήψεις στο χώρο της μουσικής. Οι δύο αυτές τάσεις, γεννημένες ταυτόχρονα το ιστορικό εκείνο βράδυ της 20ης Μαρτίου 1829, ακολουθούν έκτοτε πορεία παράλληλη και γιγαντώνονται με την πάροδο του χρόνου: όσο αυξάνονται οι εκτελέσεις έργων Μπαχ σε παγκόσμιο επίπεδο, άλλο τόσο αυξάνονται και οι διασκευές των έργων αυτών, ώστε σήμερα να μην είναι δυνατόν να αριθμηθούν.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι μια προσπάθεια καταγραφής όλων των μεταγραφών και διασκευών Μπαχ στη σημερινή πλουραλιστική εποχή, είναι εκτός από αδύνατη και εκτός θέματος. Το παρόν κείμενο αποτελεί μια ενδεικτική αναφορά αυτών οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις αισθητικές και τεχνικές εξελίξεις στο χώρο της μουσικής κατά τον 20ο αιώνα και οι οποίες έχουν κατοχυρωθεί πλέον σήμερα ως «κλασσικές» ή ακόμα και «ιστορικές».

Αν στον 19ο αιώνα ο ρόλος του εκτελεστή και του διασκευαστή έργων Μπαχ ταυτίζονταν, από τον 20ο άρχισε να παρατηρείται ο διαχωρισμός των ρόλων αυτών. Ο τελευταίος μεγάλος πιανίστας που διατήρησε στον 20ο αιώνα την παράδοση των Μέντελσον, Σούμαν, Λίστ και Μπουζόνι ήταν ο γερμανός πιανίστας «θρύλος» Βίλχελμ Κέμπφ (Wilhelm Kempff, 1895-1991). Γεννημένος σε οικογένεια με τεράστια μουσική παράδοση, ο νεαρός Βίλχελμ άρχισε να μαθαίνει εκκλησιαστικό όργανο πριν τα πόδια του να είναι σε θέση να φτάσουν τα πεντάλ του οργάνου. Υιός διευθυντή χορωδίας, ήρθε σε επαφή με τις καντάτες του Μπαχ από την παιδική του ηλικία. Σε ηλικία δέκα ετών ήταν σε θέση να παίζει και τα 48 πρελούδια και φούγκες από του Συγκερασμένο Πληκτροφόρο. Κατέχοντας άριστα τις ηχητικές ιδιαιτερότητες του εκκλησιαστικού οργάνου και των οργάνων της συμφωνικής ορχήστρας, χρησιμοποιεί αυτές τις γνώσεις στις μεταγραφές του για πιάνο, παράγοντας ηχοχρώματα τόσο πλούσια, που προσεγγίζουν πάρα πολύ τα αυθεντικά. Μεταγράφει ένα μεγάλο όγκο έργων του Μπαχ, καλύπτοντας όλες τις κατηγορίες: έργα για εκκλησιαστικό όργανο, μουσική δωματίου, φωνητική μουσική και έργα για ορχήστρα.

Οι διασκευές έργων Μπαχ που χρονολογικά συμπίπτουν με το ξεκίνημα του 20ου αιώνα είναι αυτές του Μαξ Ρέγκερ. Μεγάλος γνώστης του εκκλησιαστικού οργάνου, του ρεπερτορίου του Μπαχ, όσο και ταλαντούχος πιανίστας, συνδυάζει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του στις διασκευές των έργων για τσέμπαλο του Μπαχ, τα οποία και μεταγράφει με μεγάλη ευρηματικότητα για εκκλησιαστικό όργανο. Από όλες αυτές τις μεταγραφές αυτή που έμεινε ως σημείο αναφοράς είναι η Χρωματική Φαντασία και Φούγκα.

Αναλαμβάνοντας καθήκοντα ως διευθυντής της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης το 1907, ο Γκούσταβ Μάλερ είχε ήδη συνδέσει το όνομά του με τις μοναδικές ερμηνείες του Τριστάνου και του Ζαρατούστρα, έργων πολύπλοκων και απαιτητικών στη διέυθηνσή τους, καθώς και με τις κολοσσιαίες συμφωνίες του, όπου επίσης ένας τεράστιος όγκος οργάνων πρέπει να τεθεί υπό τον πλήρη έλεγχο του μαέστρου. Ως εκ τούτου, η έκπληξη που περίμενε το κοινό στη συναυλία της 10ης Νοεμβρίου 1909 ήταν πολύ μεγάλη, όταν ο Μάλερ άφησε τη μπαγκέτα από το χέρι, έκατσε στο τσέμπαλο και διευθύνοντας από εκεί, κατέθεσε τη δική του άποψη περί διασκευών μουσικής του Μπαχ. Το κομμάτι που παίχτηκε στην ιστορική εκείνη συναυλία ήταν ένα κράμα μερών από τις σουίτες για ορχήστρα σε σι ελάσσονα BWV 1067 και ρε μείζονα BWV 1068 ενορχηστρωμένο εκ νέου. Η διασκευή αυτή είναι μοναδική και αξίζει ιδιαίτερης μνείας, γιατί είναι η πρώτη όπου αναμειγνύονται μέρη από περισσότερα του ενός έργων Μπαχ. Επιπλέον, ο Μάλερ δεν προσπάθησε τόσο να συνεχίσει την παράδοση του 19ου αιώνα που ήθελε τα έργα Μπαχ να παίζονται σύμφωνα με τις ενορχηστρωτικές αντιλήψεις της εποχής, αλλά επιχείρησε μάλλον μια «νέο-Μπαχική» ενορχήστρωση, η οποία ανάγονταν στην εποχή μετά το θάνατο του Μπαχ. Εκείνη την περίοδο οι υιοί του συνθέτη, Βίλχελμ Φρήντμαν και Κάρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ επανεκδίδουν έργα του πατέρα τους προσθέτοντας κρουστά και χάλκινα πνευστά προκειμένου να τα καταστήσουν πιο δημοφιλή στο ευρύ κοινό, ενώ ενίοτε στις δημόσιες εκτελέσεις παρεμβάλλουν αποσπάσματα από άλλα έργα του Γ.Σ.Μπαχ ή ακόμα και δικά τους κομμάτια. Είναι η εποχή που ο Μότσαρτ μεταγράφει το Συγκερασμένο Πληκροφόρο για κουαρτέτο εγχόρδων προκειμένου να εκτελεστεί στις ξακουστές «βραδιές Μπαχ» του βαρόνου Γκόντφρηντ βαν Σβήτεν στη Βιέννη.

Οι Βρετανοί ύστερο-ρομαντικοί συνθέτες των αρχών του 20ου αιώνα, καταπιάστηκαν συστηματικά με τις μεταγραφές για πιάνο έργων Μπαχ και όλοι τους το οφείλουν στον ίδιο λόγο! Η πιανίστα Χάριετ Κόεν (Harriet Cohen, 1895-1967) υπήρξε εξαιρετικά διάσημη στην εποχή της για δύο πράγματα: για τις ερμηνείες της στα έργα Μπαχ, και την προσήλωσή της στα έργα των σύγχρονων Βρετανών συνθετών. Αποφασίζοντας να συνδυάσει τις δύο αυτές προτιμήσεις της ως ερμηνεύτρια, ζητά από τους συνθέτες της εποχής να μεταγράψουν για πιάνο έργα Μπαχ. Με μόνη εξαίρεση της επιφυλάξεις των Έλγκαρ και Χόλστ, οι υπόλοιποι ανταποκρίνονται στην πρόσκληση και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Μέσα σε λίγα χρόνια το πιανιστικό ρεπερτόριο κατακλύζεται από μεταγραφές των Βόν Ουίλλιαμς, Μπάξ, Άιρλαντ, Μπάντοκ, Μπλίς, Μπέρνερς, Μπρίτζ, Χάουελς, Γκούσενς, ντ’Άλμπερτ, Ουόλτον και Γουίτακερ. Αν και οι περισσότερες από αυτές τις μεταγραφές/διασκευές έχουν ξεχαστεί σήμερα, μερικές όχι μόνο άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου αλλά έχουν καθιερωθεί σήμερα ως μεγάλα στάνταρτς του πιανιστικού ρεπερτορίου. Το πιο κλασικό παράδειγμα είναι η περίπτωση της Πασσακάλιας σε ντο ελάσσονα για εκκλησιαστικό όργανο, επεξεργασμένη από τον ντ’ Άλμπερτ. Βιρτουόζος πιανίστας ο ίδιος, με τεράστια τεχνική και έχοντας αποσπάσει στα νιάτα του θερμότατες κριτικές θαυμασμού από τον Λίστ, ο ντ’ Άλμπερτ κάνει γενναίες αλλαγές στο κομμάτι, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να το κατατάσσει στην κατηγορία της διασκευής παρά της μεταγραφής.

Πολύ αξιόλογη θεωρείται η μεταγραφή του Ουίλλιαμ Ουόλτον πάνω στο χορικό πρελούδιο Herzlich tut mich verlangen, BWV 727, το οποίο ήταν ιδιαίτερα αγαπητό στον Μπαχ, καθώς το είχε χρησιμοποιήσει πέντε φορές στα Κατά Ματθαίον Πάθη, δύο στο Ορατόριο των Χριστουγέννων, σε δύο καντάτες και στο ομώνυμο χορικό πρελούδιο. Ο Ουόλτον επέλυσε με ευρηματικότητα τις τεχνικές δυσκολίες που προκύπτουν σε αυτές τις περιπτώσεις λόγω των ιδιαιτεροτήτων του εκκλησιαστικού οργάνου.

Εκτός από μεταγραφές έργων από ορχήστρα ή ενόργανο σύνολο για πιάνο και η αντίστροφη διαδικασία είναι αρκετά διαδεδομένη. Το μακρύ κατάλογο υπογράφουν πολύ μεγάλοι συνθέτες όπως οι Σένμπεργκ, Βέμπερν, Χόλστ, Στοκόβσκι, Στραβίνσκι και Μητρόπουλος. Από τις πιο επιτυχημένες μεταγραφές θεωρείται αυτή της Φαντασίας και Φούγκας για εκκλησιαστικό όργανο σε ντο ελάσσονα από το Έλγκαρ. Το έργο αρχικά προοριζόταν ως ο καρπός της συνεργασίας του συνθέτη με τον Ρίχαρντ Στράους. Οι δύο άνδρες είχαν συμφωνήσει να ενορχηστρώσουν από ένα μέρος του έργου έκαστος. Ο Έλγκαρ, συνεπής στην δέσμευσή του, ολοκλήρωσε σύντομα τη Φούγκα, η οποία και παίχτηκε στο Queen’s Hall του Λονδίνου στις 27 Οκτωβρίου 1921 υπό τη διεύθυνση του Ευγέν Γκούσενς. Τον επόμενο χρόνο, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ του Γκλούτσεστερ και προσωπικός φίλος του Έλγκαρ, Χέρμπερτ Μπρόουερ, του ζητάει να γράψει κάτι καινούργιο, προκειμένου να παιχτεί στο φεστιβάλ. Καθώς ο Στράους δεν έχει συμπληρώσει ακόμα το δεύτερο μισό του έργου που είχαν συμφωνήσει οι δύο άνδρες, ο Έλγκαρ ενορχηστρώνει και τη Φαντασία, η οποία και παίζεται στο φεστιβάλ, στις 7 Σεπτεμβρίου 1922 υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.

Ο χώρος της τζαζ δεν θα μπορούσε να αγνοήσει φυσικά τη μουσική του Μπαχ και σήμερα οι σχετικές διασκευές έργων του τελευταίου είναι πραγματικά αναρίθμητες. Ένα από τα ονόματα που έχουν συνδέσει άρρηκτα την καλλιτεχνική τους καταξίωση με το όνομα του Γ.Σ.Μπαχ είναι ο Γάλλος πιανίστας Ζακ Λουσιέ (Jacques Loussier). Γεννημένος στη βόρεια Γαλλία το 1934, άρχισε σπουδές πιάνου σε ηλικία 10 ετών. Γρήγορα παρουσίασε εξαιρετικές επιδόσεις, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτός από το Κονσερβατουάρ του Παρισιού έξι χρόνια αργότερα και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να καταξιωθεί στους σολιστικούς κύκλους του Παριζιάνικου καλλιτεχνικού κόσμου. Θέλοντας να συνενώσει την αγάπη του για τον Μπαχ με το μεγάλο του ενδιαφέρον για τη τζαζ, ιδρύει το 1959 το Play-Βach Trio και χρησιμοποιεί τη μουσική του Μπαχ ως βάση για αυτοσχεδιασμούς τζαζ. Δύο αριθμοί είναι αρκετοί για να υποδηλώσουν την επιτυχία αυτού του επιχειρήματος: σε δεκαπέντε χρόνια πουλάει έξι εκατομμύρια δίσκους! Το θρυλικό τρίο διαλύεται το 1978 και ο Λουσιέ αποσύρεται έχοντας στο ενεργητικό του δεκάδες άλμπουμ, χιλιάδες εμφανίσεις και συνεργασίες με αστέρες παγκοσμίου διαμετρήματος όπως οι Πίνκ Φλόυντ, Έλτον Τζόν και Στίνγκ. Η επέτειος των 300 χρόνων από τη γέννηση του Μπαχ το 1985, αποτελεί όμως μια νέα πρόκληση για τον Λουσιέ, ο οποίος αποφασίζει να επανιδρύσει το τρίο του και να αποδώσει ένα νέο φόρο τιμής στο μεγάλο συνθέτη. Χρησιμοποιώντας νέους συνεργάτες αυτή τη φορά, παρουσιάζει ένα διαφορετικό αποτέλεσμα, καθώς τώρα η μουσική του Μπαχ δεν αναμιγνύεται μόνο με τζαζ αλλά και ροκ και σύγχρονες τεχνικές σύνθεσης. Επιστέγασμα αυτής της νέας προσπάθειας είναι τα άλμπουμ The Bach Book: 40th Anniversary Album, κυκλοφορίας 1999, και Goldberg Variations που κυκλοφορεί τον αμέσως επόμενο χρόνο. Στη μετάβαση προς τον 21ο αιώνα ο Λουσιέ, επιχειρεί να δοκιμάσει μπαρόκ υλικό και άλλων συνθετών ως βάση για τους πειραματισμούς του, κυκλοφορώντας τον Οκτώβρη του 2001 το CD Baroque Favorites, όπου αυτοσχεδιάζει σε θέματα των Χέντελ, Σκαρλάτι και Πάχελμπελ.

Εκτός από τις διασκευές του Λουσιέ και αυτές του Ντέηβ Μπρούμπεκ από το χώρο της πιανιστικής τζαζ αξίζουν μνείας. Ο Μπρούμπεκ δεν περιορίστηκε μόνο στον πατέρα Μπαχ αλλά διασκεύασε και συνθέσεις των υιών του θέλοντας να τονίσει τη μουσική προσφορά όλης της οικογένειας.

Βέβαια δεν ήταν μόνο το πιάνο στο χώρο της τζαζ που συνδέθηκε με το όνομα του Μπαχ. Πολλές μεγάλες φωνές τραγούδησαν τη μουσική του. Ιδιαίτερης μνείας είναι η περίπτωση του Μπόμπυ ΜακΦέρριν. Ο κύριος “Don’t worry, be happy!”, ο άνθρωπος που συνεργάστηκε με τους θρυλικούς τζαζίστες Ουίντον Μαρσάλις, Τζόν Χέντρικς, Χέρμπι Χάνκοκ και Τσίκ Κορία και που κατέκτησε και το χώρο της τηλεόρασης κερδίζοντας βραβεία Grammy και συνεργαζόμενος με τους Μπίλ Κόσμπυ και Τζάκ Νίκολσον, κυκλοφορεί τον Ιούνιο του 1995 το πρώτο του κλασσικό άλμπουμ με τίτλο Paper Music. Το άλμπουμ περιλαμβάνει μεταξύ άλλων εκτελέσεις έργων Μέντελσον, Μότσαρτ, Μπαχ, Στραβίνσκι και Τσαϊκόφσκι.

Τα σύνολα μουσικής δωματίου που γνώρισαν μεγάλη άνοδο κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και η καταξίωσή τους στους ακαδημαϊκούς συναυλιακούς χώρους -αν και συνδέθηκαν κυρίως με τη τζαζ λόγω ηχοχρώματος- ήταν σχήματα σαξοφώνων, ιδίως κουαρτέτα και κουιντέτα. Οι διασκευές Μπαχ ήταν από τις πρώτες φυσικά που καθιερώθηκαν στο ρεπερτόριό τους, και ενίοτε γίνονταν από τα ίδια τα μέλη του εκάστοτε συνόλου, προσαρμοσμένες στις τεχνικές ιδιαιτερότητές τους. Το λαμπρότερο δείγμα τέτοιων εγχειρημάτων, έμελλε να είναι και αυτό που σφράγισε και τη μετάβαση από τον 20ο αιώνα στον 21ο. Το 1993, ιδρύεται το Quintessence Saxophone Quintet, αποτελούμενο από τους Ούλι Λέττερμαν (σοπράνο και άλτο σαξόφωνο), Χάρτμουτ Ζάλτσμαν (άλτο), Αντρέας Μέντζελ (τενόρο), Τόμ Γκέστενμάιερ (τενόρο) και Μπέρντ Στίτς (βαρύτονο). Οι πέντε αυτοί σαξοφωνίστες γνωρίζονταν από χρόνια, καθώς ήταν μέλη άλλων μουσικών συνόλων. Με το πρώτο CD τους To The Point , κυκλοφορίας 1997, κερδίζουν το βραβείο “Westphalia Jazz Award” στο διεθνές τζαζ φεστιβάλ του Μούνστερ της Γερμανίας. Τα επόμενα CD τους Pupa’s Rhapsody και Quintessence Alive γνωρίζουν τεράστια εμπορική επιτυχία, αυτό όμως που τους απογειώνει πραγματικά, όπως αποδεικνύουν οι αριθμοί των πωλήσεων, είναι η τέταρτη δισκογραφική τους δουλειά, με τίτλο Jazzentials of Bach. Έχοντας πλέον συνδέσει άρρηκτα το όνομά τους με αυτό του Μπαχ, περιλαμβάνουν στο τελευταίο τους άλμπουμ με τίτλο Quintessence Goes Christmas το οποίο κυκλοφόρησε μόλις στις 23 Οκτωβρίου 2002, μεταξύ άλλων και τις διασκευές των Wachet Auf και Von Himmel Hoch .

Το μεγαλύτερο ίσως κεφάλαιο στον τομέα των διασκευών Μπαχ κατά των 20ο αιώνα, ακούει στο όνομα Swingle Singers, ένα από τα κορυφαία συγκροτήματα φωνητικής μουσικής, αποτελούμενο από οκτώ μόλις φωνές. Οι Swingles φέρουν το όνομά τους από τον ιδρυτή του μουσικού σχήματος Ward Swingle. Η ιστορία των Swingles ξεκίνησε σχεδόν συμπτωματικά, όταν μια μέρα οχτώ φίλοι με απόλυτο αυτί και μεγάλη πείρα στη χορωδιακή μουσική, προσπάθησαν να τραγουδήσουν a capella ένα κομμάτι από το Συγκερασμένο Πληκτροφόρο του Μπαχ. Μετά το τέλος του «πειράματος» ανακαλύπτουν εκστασιασμένοι, ότι το έχουν πετύχει αβίαστα και απρόσμενα εύκολα! Οι εξελίξεις από εκείνη τι στιγμή και μετά κυλούν σα χιονοστιβάδα… Τον Απρίλη του 1963 κυκλοφορούν στην Ευρώπη τον πρώτο τους δίσκο με τον ευρηματικό τίτλο Jazz Sebastian Bach ο οποίος θα κατακτήσει και την Αμερικάνικη αγορά τέσσερις μήνες αργότερα, με τον τίτλο Bach’s Greatest hits (04/08/63). Το άλμπουμ γίνεται ιδιαίτερα αγαπητό στους DJs των ραδιοφωνικών σταθμών αμέσως. Η ανάβαση στα charts είναι ταχύτατη. Φτάνουν μέχρι το top ten σε Βρετανία και Αμερική, ενώ για παραπάνω από ενάμισι χρόνο οι πωλήσεις τους, τους κρατούν σταθερά ανάμεσα στα 100 πιο εμπορικά μουσικά σύνολα παγκοσμίως. Σαν απόρροια της τεράστιας απήχησης των δύο πρώτων δίσκων, κυκλοφορεί ένα χρόνο αργότερα (1/1/64) το επόμενό τους άλμπουμ Going Baroque με….ανάλογες συνέπειες. Συνολικός απολογισμός : ισάριθμα βραβεία Grammies για καλύτερη ερμηνεία από χορωδία (Best performance by a chorus) ενώ το Bach’s Greatest Hits τους επιφέρει ένα ακόμα καθώς απονέμεται στον Ward Swingle ο τίτλος του καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη (Best New Artist οf the year) για το έτος 1968. Επόμενο βήμα, και φυσικό επακόλουθο, ήταν η απαίτηση για ζωντανές εμφανίσεις. Ο ιδιαίτερος ήχος των Swingle Singers μπόρεσε εύκολα να μεταφερθεί από το στούντιο στη ζωντανή σκηνή, καθώς το γκρουπ δεν χρησιμοποιούσε στις ηχογραφήσεις του την τεχνική του overdubbing. (Overdubbing: Πρόσθετη ηχογράφηση πάνω στην αρχική. Οι μουσικοί εκτελούν τα καινούργια μέρη του κομματιού ακούγοντας παράλληλα τα προηχογραφημένα μέρη μέσω ακουστικών. Το καινούργιο υλικό αποθηκεύεται σε αντίστοιχες περιοχές της πολυκάναλης μαγνητοταινίας σε συγχρονισμό με το ήδη υπάρχον.) Στα επόμενα χρόνια οι Swingle Singers περιοδεύουν με τεράστια επιτυχία ανά τον κόσμο προωθώντας τη δισκογραφική τους δουλειά, η οποία εν τω μεταξύ έχει διευρυνθεί εντυπωσιακά. Μόνο μέσα στο 1965 κυκλοφορούν τέσσερις δίσκους! Τα άλμπουμ Swinging Mozart, Swinging Telemman , Place Vendome και Les Romantiques (τα οποία κυκλοφορούν με μικρή χρονική διαφορά στην Αμερική με τους τίτλους “Anyone for Mozart?”, “ Rococo A gogo”, “Encounter” καi “Getting Romantic”) γίνονται ανάρπαστα , προκαλώντας το ενδιαφέρον πολλών προσωπικοτήτων από το χώρο της μουσικής που επιδιώκουν πλέον συνεργασία μαζί τους. Ενδεικτικό παράδειγμα, η πρόσκλησή τους από τον Luciano Berio στην παγκόσμια πρώτη ηχογράφηση του (πασίγνωστου σήμερα) έργου του Sinfonia, (γραμμένο για οκτώ φωνές και ορχήστρα) με τη σύμπραξη της φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης (Από τότε μέχρι σήμερα έχουν λάβει μέρος σε περισσότερες από τριακόσιες εκτελέσεις του συγκεκριμένου έργου). Ήδη από το Les Romantiques (Getting Romantic στην Αμερική) έχουν ξεκινήσει την προσπάθεια να μετατοπίσουν το ρεπερτόριό τους σε συνθέτες μεταγενέστερους του Μπαχ και των σύγχρονών του ερμηνεύοντας κυρίως έργα των Μπετόβεν και Σοπέν. Με το Noels sans Passport, άλμπουμ του 1968, (Christmastine ο Αμερικάνικος τίτλος) παρουσιάζουν χριστουγεννιάτικους ύμνους από Αμερική και χώρες της Ευρώπης (Γαλλία, Γερμανία, Δανία Ισπανία, Ιταλία, Νορβηγία, Ολλανδία και Ρωσία.) ενώ με το Sounds of Spain, του ιδίου έτους, ( κυκλοφόρησε ως Spanish Masters στην Αμερική ) φτάνουν μέχρι και στις αρχές του 20ου αιώνα. Μετά τη διάλυση των αρχικών Swingles, o Ward μετοικεί από τη Γαλλία όπου έδρευαν, στην Αγγλία με σκοπό τη δημιουργία ενός νέου συγκροτήματος το οποίο θα βασίζεται σε μια αμφίδρομη σχέση με την ισχυρή εκκλησιαστική παράδοση της χώρας (άντληση ρεπερτορίου και συνεργασίες). Οι Swingles II κάνουν πρεμιέρα στο δισκογραφικό στερέωμα τρία χρόνια αργότερα, το 1976, με το Rags and All That Jazz. To προφίλ των «νέων» Swingles αποκρυσταλλώνεται στον επόμενο δίσκο τους Swingle Skyliner (Ιανουάριος του 1979). Με το δίσκο «Anyone for Mozart, Bach, Haendel, Vivaldi? » κάνουν μια (επι)στροφή προς το ρεπερτόριο συνθετών που ανέδειξαν το μύθο των Swingles δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα. Το 1985 ο Ward Swingle διακόπτει οριστικά τη συνεργασία του με το δημιούργημά του, επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να διδάξει και να εργαστεί ως μαέστρος.. Τα μυστικά της δουλειάς του τα αποκάλυψε μέσα από τη συγγραφική δουλειά του Swingle Singing. Το 1999 οι Swingles ανανεώνονται και πάλι. 8 νέοι άνθρωποι παίρνουν τη σκυτάλη και οδηγούν το «φαινόμενο» σε μια ξέφρενη πορεία στον 21ο αιώνα. Το 2001 παρουσίασαν την δική τους εκδοχή των θρυλικών Jazz Sebastian Bach Vol. 1 & Vol. 2 ενώ η χρονιά του 2002 ήταν η παραγωγικότερη της ιστορίας τους, με τέσσερα αλμπουμ: Keybord Classics και Ticket to the Ride τον Ιανουάριο ενώ κυκλοφόρησαν τη δική τους εκδοχή των θρυλικών πλέον Swinging Telemann και Romantiques τον Μάρτιο τον Ιούνιο αντίστοιχα.

Η πορεία των King’s Singers, οι οποίοι έχουν χαρακτηριστεί ως το καλύτερο a capella φωνητικό σύνολο αυτή τη στιγμή στον κόσμο μπορεί να θεωρηθεί ως βίοι παράλληλοι με των Swingle Singers. Ιδρύονται το 1968, από μερικούς φοιτητές του πανεπιστημίου King’s College του Καίμπρητζ και κατακτούν γρήγορα τα μεγάλα συναυλιακά κέντρα του Λονδίνου για να ακολουθήσουν συναυλίες σε μεγάλες αίθουσες της Ευρώπης. Έπρεπε να φτάσουν όμως στο 1972 και στην πρόταση για τουρνέ σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία για να αποφασίσουν να αφοσιωθούν μόνο σε αυτό και να το κάνουν αποκλειστική επαγγελματική τους ενασχόληση. Ακολουθεί ένα εντυπωσιακό συμβόλαιο με την ΕΜΙ, τακτικές περιοδείες σε όλες τις ηπείρους, συνεργασίες με μεγάλους αστέρες (ξεχωρίζει αυτή με τον Πώλ ΜακΚάρτνεϋ) και φυσικά οι ηχογραφήσεις τους γίνονται ανάρπαστες. Τόσο μέσα από τις δισκογραφικές τους δουλειές όσο και από τις ζωντανές τους εμφανίσεις, εκτελούν Μπαχ και συνδέουν έτσι και αυτοί το όνομά τους με αυτόν.

Βέβαια, οι King’s Singers, το Quintessence Saxophone Quintet και ο ΜακΦέρριν δεν ασχολήθηκαν αποκλειστικά με Μπαχ, ωστόσο μέσα από συγκεκριμένες δισκογραφικές δουλειές έβαλαν παρακαταθήκη για το μέλλον, για μια μοναδική συναυλία που τους έφερε όλους μαζί σε μια στιγμή ιστορική. 171 χρόνια μετά την ιστορική συναυλία της 20ής Μαρτίου 1829 υπό τη διεύθυνση του Μέντελσον, οι δύο αυτές παράλληλες τάσεις - αυθεντικές ερμηνείες και διασκευές έργων Μπαχ- τέμνονται και συνυπάρχουν αρμονικά σε ένα μοναδικό 24ωρο τηλεοπτικό μαραθώνιο με σκοπό τον εορτασμό των 250 χρόνων από το θάνατο του συνθέτη. Οργανωμένος από την EuroArts, πολυεθνική εταιρία ειδικευμένη στην οργάνωση τηλεοπτικών παραγωγών κλασσικής μουσικής, ο μαραθώνιος “24 hours Bach” μεταδίδεται την 28η Ιουλίου 2000 σε 40 χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Η καρδιά του τολμηρού επιχειρήματος χτυπάει στη Λιψία, όπου πολλές από τις ζωντανές εκτελέσεις γίνονται εκεί. Στη σκηνή βρίσκονται και διασκευάζουν Μπαχ, ο Μπόμπυ ΜακΦέρριν, ο Ζακ Λουσσιέ, οι King’s Singers, οι Turtle Island Quartet, το German Brass και η ορχήστρα Gewandhaus της Λιψίας. Η συναυλία παρακολουθείται από 100 εκατομμύρια τηλεθεατές!

Στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα, η μουσική του Μπαχ προσφέρει ακόμα απέραντο πεδίο για πειραματικές διασκευές, χωρίς όμως να χάνει ποτέ το ιδιαίτερο στυλ της. Στο τέλος του 2002 κυκλοφόρησε από τη Sony Classical το νέο CD της ανερχόμενης Καναδής βιολονίστα Λάρα Σέν Τζόν το οποίο αποτελείται από πειραματικές διασκευές γνωστών έργων Μπαχ. Την παραγωγή υπογράφουν ο Άγγλος νεωτεριστής συνθέτης Μάγκνους Φίνς και ο ενορχηστρωτής Μπράιαν Γκάσκοιν.

Σήμερα λοιπόν, δυόμισι αιώνες μετά το θάνατο του Μπαχ, η μουσική του εξακολουθεί να προκαλεί αμείωτο το ενδιαφέρον σύγχρονων συνθετών και ερμηνευτών, καθώς προσφέρεται για κάθε λογής πειραματισμό, διασκευή και ενορχήστρωση, γεννώντας την απορία: «τι είναι αυτό που κάνει τη μουσική αυτού του συνθέτη τόσο ευέλικτη και ανθεκτική σύναμμα στις αισθητικές εξελίξεις ανά τους αιώνες; Γιατί δεν βλέπουμε αντίστοιχες διασκευές έργων Μότσαρτ και Μπετόβεν, ενορχηστρώσεις μουσικής δωματίου των μεγάλων έργων του Βάγκνερ ή πειραματισμούς-προεκτάσεις πάνω στη μουσική των Στραβίνσκι ή Σέμπεργκ;

Η λεπτομερής εξέταση των επιρροών που δέχτηκε ο Μπαχ, όσο και των γενικότερων χαρακτηριστικών της μουσικής της εποχής του, επιτρέπει την εξαγωγή μερικών τεκμηριωμένων συμπερασμάτων σχετικά με τις αιτίες της διαχρονικότητας αυτής της μουσικής. Βασικότερο χαρακτηριστικό της μουσικής Μπαρόκ ήταν ο δανεισμός στοιχείων (όπως αυτούσιων μουσικών θεμάτων) από άλλους συνθέτες και η σμίλευσή τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να φτάνουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τελειότητας. Αυτή την τέχνη ο Μπαχ τη γνώριζε πολύ καλά. Στα νιάτα του, διασκεύαζε έργα των μεγάλων συνθετών της εποχής του, όπως ο γερμανός Γιόχαν Άνταμ Ράινκεν (κορυφαίος της σχολής οργανιστών του Αμβούργου), ο βενετσιάνος θεμελιωτής της τρίο-σονάτα Τζιοβάνι Λεγκρέντζι και βέβαια ο πολύ μεγάλος συνθέτης του μπαρόκ-κοντσέρτου Αρκάνγκελο Κορέλλι. Αργότερα, ως οργανίστας στην αυλή της Βαιμάρης, ο Μπαχ διοχετεύει το ταλέντο του στις μεταγραφές έργων των Βιβάλντι, Τέλεμαν, Καλντάρα, Περγκολέζι και Παλεστρίνα. Τέλος, στην περίοδο της Λιψίας, μεταγράφει τα περισσότερα από τα δημοφιλή έργα της εποχής εκείνης για το Collegium Musicum, του οποίου και έχει την καλλιτεχνική διεύθυνση ενώ στο πλαίσιο της εργασίας του ως κάντορα στη σχολή του Αγίου Θωμά έρχεται σε μεγάλη επαφή με τη λουθηρανική μουσική παράδοση Ο τεράστιος αυτός φόρτος εργασίας, τον στρέφει εκ των πραγμάτων στην ανακύκλωση παλαιότερων μουσικών ιδεών του, προκειμένου να είναι παραγωγικός σε εβδομαδιαία βάση. Τις ιδέες αυτές τις επεξεργάζεται στον ύψιστο δυνατό βαθμό, έχοντας πλέον την εμπειρία τόσων δεκαετιών, γράφοντας τελικά ανυπέρβλητα αριστουργήματα. Ήταν άλλωστε ανέκαθεν συνειδητή επιλογή του να επιστρέφει στις παλιότερες συνθέσεις του και να τις βελτιώνει αν ένιωθε ότι η εμπειρία που αποκόμισε εν τω μεταξύ είναι σε θέση να βοηθήσει ουσιαστικά την βελτίωση και αναδιάρθρωση των προγενέστερων έργων του. Το στοιχείο αυτό έχει επιβεβαιωθεί και τεκμηριωθεί επιστημονικά ότι ισχύει για την πλειοψηφία των συνθέσεών του, εξηγώντας έτσι και τον υψηλό βαθμό τελειότητας σε όλες τις παραμέτρους τους. Συνεπώς, η κληρονομιά που άφησε ο Μπαχ είναι το τελειότερο προϊόν μουσικής ανακύκλωσης στην ιστορία της μουσικής. Ως τέτοιο φαινόμενο, φέροντας αυτά τα μοναδικά χαρακτηριστικά, σχεδόν τρεις αιώνες μετά τη συνεχή σμίλευσή του στον Άγιο Θωμά της Λιψίας, ταξιδεύει ακόμα μέσα στο χρόνο, μεταλλάσσεται, ανακυκλώνεται και παρουσιάζει την ίδια μοναδική προσαρμοστικότητα στα αισθητικά και τεχνικά δεδομένα της κάθε εποχής και τάσης, παραμένοντας το ίδιο αναγνωρίσιμο και συνάμα μοναδικό προϊόν, παραμένοντας απλά η μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.

Σπύρος Δεληγιαννόπουλος. Αθήνα, Δεκέμβρης 2002.